Το πρώτο εμβόλιο γρίπης με τεχνολογία mRNA, γνωστό ως mFLUSIVA, έλαβε έγκριση στις ΗΠΑ τον περασμένο μήνα και βρίσκεται πλέον υπό αξιολόγηση από τις αρμόδιες Αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το νέο σκεύασμα περιγράφεται ως ένα «βαρύ όπλο» στη φαρέτρα του φετινού χειμώνα απέναντι στους ιούς της γρίπης. Το έγκριτο επιστημονικό περιοδικό «Nature» άνοιξε τη συζήτηση γύρω από την πραγματική του αποτελεσματικότητα σε σύγκριση με το κλασικό εποχικό εμβόλιο. Οι επιστήμονες περιμένουν πλέον τα αποτελέσματα ενός ιδιότυπου τεστ που θα διεξαχθεί τους ερχόμενους μήνες.
Τι δείχνουν τα πρώτα δεδομένα για το εμβόλιο γρίπης mRNA
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία από τις κλινικές μελέτες, το mFLUSIVA εμφάνισε 26,6% μεγαλύτερη σχετική αποτελεσματικότητα έναντι της επιβεβαιωμένης γρίπης, σε σύγκριση με το συμβατικό εποχικό εμβόλιο. Πρόκειται για το πρώτο εμβόλιο γρίπης που βασίζεται αποκλειστικά στην τεχνολογία mRNA, η οποία δοκιμάστηκε ευρέως κατά την περίοδο της πανδημίας. Η έγκριση από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) των ΗΠΑ θεωρείται σημαντικό βήμα, ενώ οι ευρωπαϊκές Αρχές εξετάζουν τώρα τον φάκελο του σκευάσματος προτού αποφασίσουν για την πιθανή έγκρισή του και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ενα από τα βασικά πλεονεκτήματα της νέας τεχνολογίας είναι ο σημαντικά συντομότερος χρόνος παρασκευής σε σχέση με τα κλασικά εμβόλια γρίπης. Αυτό θα μπορούσε να επιτρέψει την επιλογή των στελεχών που περιλαμβάνονται στο εμβόλιο πολύ πιο κοντά στην έναρξη της περιόδου γρίπης κάθε χρόνο. Σήμερα οι ειδικοί καλούνται να λαμβάνουν τις σχετικές αποφάσεις αρκετούς μήνες νωρίτερα, παρακολουθώντας ποια στελέχη κυκλοφορούν στο νότιο ημισφαίριο, όπου η περίοδος της γρίπης προηγείται χρονικά, προκειμένου να εκτιμήσουν ποια στελέχη αναμένεται να εμφανιστούν στη συνέχεια στο βόρειο ημισφαίριο. Ο χρόνος όμως που μεσολαβεί έχει ως αποτέλεσμα, ορισμένες φορές, να υπάρχει αναντιστοιχία ανάμεσα στα στελέχη που περιλαμβάνονται στο εμβόλιο και σε εκείνα που τελικά κυκλοφορούν στην πράξη.
Οι εκτιμήσεις των ειδικών για το νέο εμβόλιο
Ο Federico Martinon-Torres, διευθυντής της παιδιατρικής κλινικής στο Πανεπιστημιακό Κλινικό Νοσοκομείο του Σαντιάγο ντε Κομποστέλα στην Ισπανία, τονίζει ότι ο ταχύτερος χρόνος παραγωγής του εμβολίου mRNA θα μπορούσε να βελτιώσει σημαντικά την αντιστοίχιση των στελεχών με αυτά που πράγματι κυκλοφορούν κάθε σεζόν. Πρόκειται για ένα ζήτημα που απασχολεί εδώ και χρόνια την επιστημονική κοινότητα, καθώς η καθυστέρηση στην επιλογή στελεχών μειώνει κατά καιρούς την τελική αποτελεσματικότητα των εμβολίων γρίπης.
Στην Ελλάδα, ο καθηγητής Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Δημήτρης Παρασκευής, μιλώντας στα «ΝΕΑ» σημειώνει πως είναι πιθανό η αποτελεσματικότητα του νέου εμβολίου να αποδειχθεί μεγαλύτερη έναντι των στελεχών που κυκλοφορούν σε κάθε περίοδο, κάτι όμως που δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί κλινικά. Ο ίδιος προσθέτει ότι η αδειοδότηση του εμβολίου από τον FDA δημιουργεί αισιοδοξία για τη διαθεσιμότητα νέων μέσων με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην πρόληψη της εποχικής γρίπης σε άτομα ευπαθών ομάδων. Ωστόσο, όπως εξηγεί, ορισμένα κρίσιμα ζητήματα δεν έχουν ακόμη αξιολογηθεί επαρκώς.
Ενδεικτικά, ο Δημήτρης Παρασκευής αναφέρει πως στην κλινική δοκιμή η σύγκριση του νέου εμβολίου δεν έγινε με τα ενισχυμένα εμβόλια που συνιστώνται σήμερα στους ενήλικες άνω των 65 ετών, μία ηλικιακή ομάδα ιδιαίτερα ευάλωτη στις επιπλοκές της γρίπης. Παράλληλα, όπως σημειώνεται στο «Nature», οι ανεπιθύμητες ενέργειες του mRNA εμβολίου ήταν κυρίως ήπιες έως μέτριες, με συχνότερες τον πόνο στο σημείο της ένεσης, την κόπωση και τον πονοκέφαλο. Ωστόσο, αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες καταγράφηκαν συχνότερα σε σχέση με το συμβατικό εμβόλιο γρίπης.
Τι μένει να διευκρινιστεί
Η επιστημονική κοινότητα αναμένει τώρα περαιτέρω δεδομένα που θα διαλευκάνουν κατά πόσο η υψηλότερη σχετική αποτελεσματικότητα του εμβολίου γρίπης mRNA διατηρείται και σε ευπαθείς ομάδες, όπως οι ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών. Το επόμενο διάστημα, με την έναρξη της νέας περιόδου γρίπης, αναμένεται να δώσει τις πρώτες ενδείξεις για το πώς αποδίδει στην πράξη η νέα τεχνολογία απέναντι στα στελέχη που θα κυκλοφορήσουν. Μέχρι τότε, η αξιολόγηση από τις αρμόδιες Αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνεχίζεται, με τους ειδικούς να παρακολουθούν στενά κάθε νέο στοιχείο που θα προκύψει.




