Νέα πτώση στη Wall Street με φόντο Ιράν και ομόλογα
Οικονομία

Νέα πτώση στη Wall Street με φόντο Ιράν και ομόλογα

19 Αυγούστου 2026|3 λεπτά ανάγνωση

Η Wall Street έκλεισε με απώλειες τη Τρίτη 18 Αυγούστου 2026, καταγράφοντας νέα πτώση στη Wall Street με τις μετοχές των ημιαγωγών να πρωταγωνιστούν στην πτωτική πορεία. Η αβεβαιότητα γύρω από τον πόλεμο στο Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ οδήγησε τις αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων σε υψηλά πολλών ετών, εντείνοντας τις ανησυχίες των επενδυτών για το κόστος δανεισμού και τον πληθωρισμό. Παράλληλα, το πετρέλαιο ενισχύθηκε σημαντικά, προσθέτοντας νέα πίεση σε μια αγορά που ήδη δοκιμαζόταν από τη διόγκωση του δημόσιου χρέους.

Βουτιά στους δείκτες, «σφυροκόπημα» στα μικροτσίπ

Ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones υποχώρησε 0,22% και έκλεισε στις 53.343 μονάδες. Ο ευρύτερος S&P 500 κατέγραψε πτώση 0,69%, στις 7.691,76 μονάδες, ενώ ο τεχνολογικός Nasdaq δέχθηκε τη μεγαλύτερη πίεση με απώλειες 1,33%, υποχωρώντας στις 26.289,71 μονάδες. Ανάμεσα στους 11 βασικούς κλάδους του S&P 500, ο τομέας της πληροφορικής είχε τη μεγαλύτερη αρνητική επίδραση στον δείκτη.

Την κύρια πίεση άσκησαν οι εταιρείες ημιαγωγών, με τον δείκτη Philadelphia SE Semiconductor να σημειώνει σημαντική πτώση. Η Nvidia, κορυφαία εταιρεία στα τσιπ τεχνητής νοημοσύνης, και η Micron Technology, ειδικευμένη στα memory chips, υποχώρησαν έντονα, μετά από άνοδο σχεδόν 18% στις προηγούμενες πέντε συνεδριάσεις. Πιέσεις δέχθηκαν επίσης οι εταιρείες αποθήκευσης δεδομένων Sandisk και Western Digital, ενώ υποχώρησε και το Roundhill Memory ETF μετά από πέντε διαδοχικές ανοδικές συνεδριάσεις.

Στην αγορά ενέργειας, το Brent έκλεισε πάνω από τα 91 δολάρια το βαρέλι και το αμερικανικό αργό κοντά στα 85 δολάρια, φτάνοντας σε υψηλά άνω των τριών εβδομάδων. Στα ομόλογα, η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού τίτλου άγγιξε το 5,3371%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2007, ενώ η απόδοση του 10ετούς ανήλθε στο 4,7478%, στο υψηλότερο σημείο από τον Ιανουάριο του 2025.

Οθόνες χρηματιστηρίου δείχνουν πτώση στη Wall Street

Το αδιέξοδο στον Ορμούζ πυροδοτεί τις αγορές

Η άνοδος του πετρελαίου συνδέεται άμεσα με το αδιέξοδο μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν για τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ. Η συμφωνία-πλαίσιο για προσωρινή εκεχειρία έληξε τη Δευτέρα, με την Τεχεράνη να δηλώνει ότι δεν θα την παρατείνει όσο η Ουάσιγκτον δεν αποδέχεται τους ιρανικούς όρους. Ο Ντόναλντ Τραμπ από την πλευρά του υποστήριξε ότι ο συνεχιζόμενος αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών δίνει στις ΗΠΑ τον έλεγχο του περάσματος, παρουσιάζοντάς το μάλιστα σε ανάρτησή του ως αμερικανική επικράτεια.

Ο Μάικλ Ο’Ρουρκ της Jones Trading επεσήμανε ότι οι παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές αρχίζουν να τιμολογούν τον κίνδυνο από δύο ταυτόχρονους αντίθετους ανέμους, την άνοδο των τιμών της ενέργειας και την άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων. Ο Burns McKinney, διαχειριστής χαρτοφυλακίου στην NFJ Investment Group, περιέγραψε την κατάσταση σαν ντόμινο: οι συνομιλίες καταρρέουν, το πετρέλαιο ανεβαίνει, οι προσδοκίες για πληθωρισμό αυξάνονται και οι αποδόσεις των ομολόγων εκτινάσσονται, πλήττοντας δυσανάλογα τις τεχνολογικές μετοχές.

Ανάλογη εκτίμηση διατύπωσε και ο Tony Welch, επικεφαλής επενδύσεων στη SignatureFD, σημειώνοντας ότι τίποτα δεν μπορεί να ανακόψει ένα ράλι ορμής όσο η άνοδος των επιτοκίων, προσθέτοντας πως η αύξηση των αποδόσεων υποδηλώνει πως η πολιτική της Federal Reserve είναι υπερβολικά χαλαρή για τις τρέχουσες προοπτικές ανάπτυξης και πληθωρισμού. Οι επενδυτές, εγκαταλείποντας τους κλάδους υψηλής ανάπτυξης, στράφηκαν σε πιο αμυντικούς τομείς όπως η υγεία και τα βασικά καταναλωτικά αγαθά, ενώ ο ενεργειακός τομέας του S&P 500 ενισχύθηκε χάρη στην άνοδο του πετρελαίου. Ο δείκτης φόβου της Wall Street έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο από τις 5 Αυγούστου.

Τι ακολουθεί

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στα πρακτικά της συνεδρίασης της Fed, που αναμένονται την Τετάρτη και θεωρούνται κρίσιμα για την πορεία των αγορών τις επόμενες ημέρες. Παράλληλα, η αυξημένη προσφορά χρέους για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και για την κάλυψη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων των κυβερνήσεων, αναμένεται να διατηρήσει τις ανοδικές πιέσεις στις αποδόσεις των ομολόγων.

Σχετικά άρθρα