Τα κέντρα δεδομένων για την τεχνητή νοημοσύνη μετατρέπονται στη μεγαλύτερη πολιτική πρόκληση για τους Ρεπουμπλικανούς στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Γερουσιαστές, βουλευτές και κυβερνήτες του κυβερνώντος κόμματος αναγκάζονται να κάνουν πλήρη στροφή στη μέχρι πρότινος ανεπιφύλακτη στήριξή τους στην κατασκευή εκατοντάδων νέων εγκαταστάσεων. Η αντίδραση εκατομμυρίων Αμερικανών ψηφοφόρων, που βλέπουν τα κέντρα δεδομένων να επιβαρύνουν την ενέργεια και το νερό της περιοχής τους, πλέον δεν μπορεί να αγνοηθεί από την πολιτική ηγεσία.
Διαβάστε επίσης: Η Πομπηία αναβιώνει με τεχνητή νοημοσύνη στο Λονδίνο
Από την πανηγυρική στήριξη στην αναστολή αδειών
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, η κατακραυγή των ψηφοφόρων για τα κέντρα δεδομένων εξελίσσεται σε ολοένα μεγαλύτερο πολιτικό βάρος για τους Ρεπουμπλικανούς, ακόμη και σε σχέση με τον πόλεμο στο Ιράν, που θεωρείται επίσης βαρίδι ενόψει των εκλογών. Οι εγκαταστάσεις αυτές, που αποθηκεύουν δεδομένα και τροφοδοτούν την τεχνητή νοημοσύνη, κατηγορούνται ότι επιβαρύνουν τους φυσικούς πόρους και ενισχύουν μια τεχνολογία ικανή να αφήσει Αμερικανούς χωρίς δουλειά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Τέξας, πολιτεία που είχε υποδεχθεί με ενθουσιασμό τη βιομηχανία. Πριν από περισσότερο από μία δεκαετία, ο κυβερνήτης Γκρεγκ Άμποτ είχε υπογράψει νομοθεσία που παρείχε φορολογικές ελαφρύνσεις στα κέντρα δεδομένων, ενώ τον περασμένο Νοέμβριο ανακήρυξε το Τέξας «επίκεντρο της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης», ανακοινώνοντας επένδυση 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων από την Google.
Χάρη στην αφθονία γης και ενέργειας, καθώς και στις ευνοϊκές διαδικασίες αδειοδότησης, το Τέξας διαθέτει σήμερα περισσότερα από 500 κέντρα δεδομένων, κατατασσόμενο δεύτερο μετά τη Βιρτζίνια, σύμφωνα με την πλατφόρμα Data Center Map. Ωστόσο, η κυκλοφορία του ChatGPT το 2022 και η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης που ακολούθησε αιφνιδίασαν τις πολιτείες, εκτοξεύοντας την κατανάλωση ενέργειας και νερού. Ο ίδιος ο Άμποτ βρέθηκε ανάμεσα σε όσους έκαναν στροφή 180 μοιρών, καθώς λιγότερο από έναν χρόνο αργότερα ανέστειλε τις εγκρίσεις για περίπου 1.800 νέα κέντρα δεδομένων, αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων, λόγω ανησυχιών που είχαν προκύψει.
Δημοκρατικοί εκμεταλλεύονται το ζήτημα
Παράλληλα με τη δυσφορία στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικανών, αρκετοί Δημοκρατικοί επιχειρούν να εκμεταλλευτούν πολιτικά την έως τώρα υποστηρικτική στάση του αντίπαλου κόμματος απέναντι στα κέντρα δεδομένων. Την Τετάρτη 19 Αυγούστου, ο Δημοκρατικός υποψήφιος για κυβερνήτης της Νεβάδα, Άαρον Φορντ, δεσμεύτηκε δημόσια να τερματίσει τις φορολογικές ελαφρύνσεις που ισχύουν σήμερα για τη δημιουργία νέων κέντρων δεδομένων στην πολιτεία του. Η κίνηση αυτή αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη τάση: το ζήτημα των κέντρων δεδομένων φαίνεται να ενώνει ψηφοφόρους διαφορετικών πολιτικών παρατάξεων γύρω από κοινές ανησυχίες για την ενέργεια, το νερό και τις θέσεις εργασίας.
Ο Μπραντ Κάρσον, πρόεδρος δεξαμενής σκέψης που τάσσεται υπέρ της αυστηρότερης ρύθμισης της τεχνητής νοημοσύνης, περιέγραψε την ένταση του ζητήματος λέγοντας ότι, αν κανείς είναι Δημοκρατικός, δεν έχει υπάρξει εδώ και δεκαετίες ένα τόσο διχαστικό πολιτικό θέμα όσο αυτό των κέντρων δεδομένων. Η δήλωσή του αποτυπώνει τον βαθμό στον οποίο η τεχνητή νοημοσύνη, που μέχρι πρότινος θεωρούνταν πεδίο ευρείας πολιτικής συναίνεσης και επενδυτικού ενθουσιασμού, έχει πλέον μετατραπεί σε πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στους ψηφοφόρους και τους εκλεγμένους αντιπροσώπους τους, ανεξαρτήτως κομματικής ταυτότητας.
Το παράδοξο, όπως καταγράφεται στο δημοσίευμα, είναι ότι πολλές από τις εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης που προωθούν την κατασκευή νέων κέντρων δεδομένων έχουν στηρίξει οικονομικά καριέρες γερουσιαστών και βουλευτών στο παρελθόν. Παρά τη σχέση αυτή, η αντίσταση των τοπικών κοινωνιών αποδεικνύεται πλέον ισχυρότερη από τους δεσμούς χρηματοδότησης, αναγκάζοντας ακόμη και πρώην θιασώτες της βιομηχανίας, όπως ο κυβερνήτης του Τέξας, να αναθεωρήσουν δημόσια τη στάση τους ενόψει της κρίσιμης εκλογικής αναμέτρησης του Νοεμβρίου.




