Η Γκαλερί Miranda, ένας από τους πιο ιστορικούς εκθεσιακούς χώρους της Ύδρας, επιστρέφει φέτος στο νησί με μια έκθεση που γιορτάζει τα 50 χρόνια λειτουργίας της. Η έκθεση φέρει τον τίτλο «1976-2026» και οργανώνεται από τα τρία παιδιά της ιδρύτριας, τον Αντώνη, τον Νίκο και τη Φοίβη Παρασκευά, μαζί με την ίδια τη μητέρα τους, Μιράντα Σοφιανού-Παρασκευά. Το εγχείρημα φέρνει ξανά στο προσκήνιο τον χώρο που άνοιξε πριν από μισό αιώνα μέσα στο οικογενειακό αρχοντικό της οικογένειας στην Ύδρα.
Το ξεκίνημα της γκαλερί Miranda το 1976
Το καλοκαίρι του 1976 η Μιράντα Σοφιανού-Παρασκευά άνοιξε στην Ύδρα την Art Gallery Miranda, δίνοντας σάρκα και οστά σε ένα εγχείρημα που ξεκίνησε σχεδόν φυσικά, ως προέκταση του ίδιου του σπιτιού και της ζωής της οικογένειας στο νησί. Το νησί φιλοξενούσε ήδη εκείνη την εποχή πολλούς ζωγράφους, συγγραφείς και καλλιτέχνες από την Αθήνα και το εξωτερικό, και η ιδρύτρια της γκαλερί τους έδωσε έναν χώρο για να παρουσιάσουν τη δουλειά τους. Ο χώρος αυτός βρισκόταν μέσα στο ίδιο το οικογενειακό αρχοντικό, κάτι που του έδινε από την αρχή έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, καθώς οι επισκέπτες δεν έμπαιναν σε έναν κλασικό λευκό εκθεσιακό χώρο αλλά σε ένα σπίτι.
Πενήντα χρόνια αργότερα, η γκαλερί Miranda επιστρέφει στην Ύδρα με την έκθεση «1976-2026», την οποία οργανώνει ο Αντώνης Παρασκευάς μαζί με τη μητέρα του και τα αδέλφια του. Στην έκθεση παρουσιάζονται μαζί τα έργα της ιστορικής περιόδου της γκαλερί, εκείνα δηλαδή που φιλοξενήθηκαν τις πρώτες δεκαετίες λειτουργίας της, σε συνομιλία με έργα της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής τέχνης που προστέθηκαν αργότερα στη συλλογή της οικογένειας. Η διπλή αυτή παρουσίαση επιτρέπει στο κοινό να παρακολουθήσει τη διαδρομή της γκαλερί μέσα στον χρόνο, από τα πρώτα βήματα στο αρχοντικό της Ύδρας έως τη σημερινή, πιο διευρυμένη συλλογή της.
Οι αναμνήσεις της οικογένειας για τη γκαλερί Miranda
Ο Αντώνης Παρασκευάς περιγράφει το ξεκίνημα της γκαλερί ως κάτι που δεν προέκυψε από ένα αυστηρό επιχειρηματικό σχέδιο. Η μητέρα του, όπως αναφέρει, αγαπούσε εξίσου την τέχνη και τους ανθρώπους της τέχνης, και είχε έναν ιδιαίτερο τρόπο να συγκεντρώνει γύρω της ζωγράφους και δημιουργούς με διαφορετικές ιδέες και διαδρομές. Στόχος της ήταν να δημιουργήσει έναν χώρο όπου θα μπορούσαν να παρουσιάζονται πράγματα που την ενδιέφεραν και όπου οι άνθρωποι θα είχαν την ευκαιρία να συναντηθούν, σε μια εποχή που η Ύδρα είχε μια αίσθηση ελευθερίας και έμπνευσης διαφορετική από τη σημερινή.
Σύμφωνα με την περιγραφή της οικογένειας, η γκαλερί Miranda παρέμεινε πάντα μικρής κλίμακας και προσωπική, χωρίς να επιδιώξει ποτέ να μεγαλώσει σε βιομηχανικό μέγεθος. Οι σχέσεις με τους καλλιτέχνες ήταν προσωπικές και πολλές φορές προηγούνταν της ίδιας της έκθεσης, κάτι που καθόρισε και το ποιοι δημιουργοί φιλοξενήθηκαν τελικά στους χώρους της. Από τη γκαλερί, όπως σημειώνεται, πέρασαν πολλοί από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ελληνικής τέχνης. Η επιστροφή στην Ύδρα με την έκθεση «1976-2026» λειτουργεί έτσι ως ένας κύκλος που κλείνει, φέρνοντας ξανά στο νησί την ιστορία μιας γκαλερί που γεννήθηκε μέσα σε ένα σπίτι και μεγάλωσε μαζί με την οικογένεια που τη δημιούργησε.




