Δραματική τροπή πήρε η δίκη της Λίντσεϊ Κλάνσι την Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026, όταν ο δικαστής ανακοίνωσε αρχικά ότι θα κηρύξει κακοδικία, προτού η υπεράσπιση ζητήσει έκτακτη αναστολή της απόφασης. Η 36χρονη μητέρα από τη Μασαχουσέτη κατηγορείται ότι σκότωσε τα τρία μικρά παιδιά της μέσα στο σπίτι της οικογένειας τον Ιανουάριο του 2023. Οι ένορκοι βρίσκονταν ήδη στην έβδομη ημέρα των διαβουλεύσεών τους, χωρίς να καταφέρουν να καταλήξουν σε ομόφωνη ετυμηγορία για την ποινική της ευθύνη.
Διαβάστε επίσης: Η Λίντσεϊ Κλάνσι: Κακοδικία στη δίκη για τα παιδιά της
Τι έγινε στην αίθουσα του δικαστηρίου
Ο δικαστής Γουίλιαμ Σάλιβαν ενημέρωσε το δικαστήριο ότι σκόπευε να κηρύξει άκυρη τη διαδικασία, αφού το σώμα των ενόρκων έστειλε για τρίτη φορά σημείωμα στο οποίο ανέφερε ότι, «με βαριά καρδιά», αδυνατούσε να συμφωνήσει ομόφωνα. Οι ένορκοι είχαν συσκεφθεί επί επτά ημέρες και για σχεδόν 40 ώρες στη διάρκεια μιας δίκης που κράτησε σχεδόν έξι εβδομάδες. Η υπεράσπιση ζήτησε τότε να «παγώσει» προσωρινά η κήρυξη κακοδικίας, προκειμένου ο συνήγορος της Κλάνσι, Κέβιν Ρέντινγκτον, να καταθέσει επείγουσα προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο της Μασαχουσέτης. Ο δικαστής αποδέχθηκε το αίτημα και έδωσε στον συνήγορο περιθώριο μίας ώρας.

Η Κλάνσι δεν αρνείται ότι στραγγάλισε τα τρία παιδιά της, την 5χρονη Κόρα, τον 3χρονο Ντόσον και τον 8 μηνών Κάλαν, στο υπόγειο του σπιτιού της οικογένειας στο Ντάξμπερι στις 24 Ιανουαρίου 2023. Μετά τον θάνατο των παιδιών επιχείρησε να αυτοκτονήσει, τραυματίζοντας τον εαυτό της με μαχαίρι και πηδώντας από παράθυρο του δευτέρου ορόφου. Η απόπειρα αυτή της προκάλεσε σοβαρό τραυματισμό στη σπονδυλική στήλη και παραμένει παράλυτη έκτοτε. Η έκτακτη προσφυγή της υπεράσπισης επικεντρώνεται στη στάση ενός μέλους του σώματος των ενόρκων, το οποίο φέρεται να αρνείται να εφαρμόσει τις οδηγίες του δικαστή σχετικά με την έννοια της «εύλογης αμφιβολίας». Ο Ρέντινγκτον ζήτησε την απομάκρυνση του συγκεκριμένου ενόρκου, αίτημα που ο δικαστής απέρριψε κρίνοντας ότι δεν υπήρχαν επαρκείς λόγοι.
Επιλόχεια ψύχωση ή προμελετημένη πράξη
Το κεντρικό ζήτημα της δίκης δεν ήταν το εάν η Κλάνσι προκάλεσε τον θάνατο των παιδιών της, αλλά η ψυχική της κατάσταση τη στιγμή των φόνων. Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι η πρώην νοσηλεύτρια, η οποία εργαζόταν σε μονάδα τοκετών του Γενικού Νοσοκομείου της Μασαχουσέτης, έπασχε από σοβαρή επιλόχεια ψύχωση μετά τη γέννηση του τρίτου της παιδιού και δεν μπορούσε να αντιληφθεί τον παράνομο χαρακτήρα των πράξεών της. Συγγενείς της, μεταξύ αυτών και ο πρώην σύζυγός της, κατέθεσαν πώς εκείνη έδινε μάχη με την ψυχική της υγεία τους μήνες πριν, έχοντας ζητήσει επανειλημμένα αγωγή από παρόχους υγείας που της είχαν γράψει σειρά φαρμάκων.

Οι εισαγγελείς, από την πλευρά τους, δεν αμφισβήτησαν ότι η Κλάνσι αντιμετώπιζε προβλήματα ψυχικής υγείας, υποστήριξαν όμως ότι γνώριζε τι έκανε και επέλεξε σκόπιμα να σκοτώσει τα παιδιά της. Παρουσίασαν κατάθεση ψυχολόγου, ο οποίος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι εκείνη είχε σχεδιάσει να αυτοκτονήσει και επέλεξε να σκοτώσει τα παιδιά της επειδή ήταν πεπεισμένη ότι θα υπέφεραν χωρίς εκείνη, στοιχείο που ενισχύθηκε από την αποκάλυψη ότι πριν από τους φόνους έστειλε τον σύζυγό της να παραλάβει παραγγελία φαγητού. Ο Ρέντινγκτον ανέφερε ότι, σύμφωνα με την εικόνα που σχημάτισε από τις ερωτήσεις των ενόρκων, η ψηφοφορία ενδέχεται να ήταν 11 προς 1, κατανομή που δεν έχει επιβεβαιωθεί επίσημα από το δικαστήριο. Η υπόθεση προκάλεσε συγκρίσεις με την υπόθεση της Άντρεα Γέιτς στο Τέξας, η οποία έπνιξε τα πέντε παιδιά της το 2001 και αθωώθηκε λόγω παραφροσύνης το 2006, αφού εφετείο ακύρωσε την αρχική της καταδίκη.
Τι ακολουθεί
Με την προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο της Μασαχουσέτης εκκρεμή, η επίσημη κήρυξη κακοδικίας στη δίκη της Λίντσεϊ Κλάνσι δεν είχε ολοκληρωθεί τη στιγμή της κατάθεσης του αιτήματος. Η εξέλιξη αυτή κρατά σε αναμονή τόσο την οικογένεια όσο και το ευρύτερο κοινό στις ΗΠΑ, καθώς η υπόθεση έχει ανοίξει ευρύτερη συζήτηση για την επιλόχεια ψυχική υγεία των γυναικών και τον τρόπο που το αμερικανικό νομικό σύστημα διαχειρίζεται τέτοιες υποθέσεις.




