Μια χαμένη πόλη των Μάγια με πυραμίδες, αμφιθέατρα και αθλητικά γήπεδα εντοπίστηκε από έναν υποψήφιο διδάκτορα, ο οποίος έψαχνε δεδομένα στο διαδίκτυο και έφτασε μέχρι τη 16η σελίδα αναζήτησης της Google. Η ανακάλυψη έγινε το 2024 από τον Λουκ Όλντ-Τόμας, ερευνητή στο Πανεπιστήμιο Tulane, μαζί με την ερευνητική του ομάδα. Η πόλη βρισκόταν κρυμμένη κάτω από πυκνή βλάστηση στη Μεσοαμερική και εντοπίστηκε χάρη στην τεχνολογία τηλεπισκόπησης LiDAR. Η υπόθεση δείχνει πως ακόμη και μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικό αρχαιολογικό εύρημα, όταν συνδυάζεται με τη σωστή επιστημονική μέθοδο ανάλυσης και με την επιμονή ενός ερευνητή να ψάξει βαθιά στα αποτελέσματα μιας απλής μηχανής αναζήτησης.
Πώς εντοπίστηκε η χαμένη πόλη των Μάγια
Ο Λουκ Όλντ-Τόμας αναζητούσε σύνολα δεδομένων στο διαδίκτυο, αφού είχε εμπνευστεί από συναδέλφους του που είχαν ήδη επαναχρησιμοποιήσει δεδομένα της NASA για αρχαιολογικούς σκοπούς. Στην προσπάθειά του να βρει αντίστοιχο υλικό για τη Μεσοαμερική, η αναζήτησή του στην Google τον οδήγησε βήμα βήμα ολοένα και πιο βαθιά στα αποτελέσματα, μέχρι που έφτασε στη 16η σελίδα, εκεί όπου εντόπισε μια έρευνα λέιζερ που είχε πραγματοποιήσει ένας μεξικανικός οργανισμός με αντικείμενο την παρακολούθηση του περιβάλλοντος. Το συγκεκριμένο σύνολο δεδομένων δεν είχε δημιουργηθεί για αρχαιολογικούς σκοπούς, ωστόσο περιείχε ακριβώς την πληροφορία που χρειαζόταν ο υποψήφιος διδάκτορας για να ξεκινήσει τη δική του ανάλυση πάνω στην περιοχή.
Χρησιμοποιώντας την τεχνολογία LiDAR, δηλαδή τη μέθοδο τηλεπισκόπησης που βασίζεται σε παλμούς λέιζερ για τη χαρτογράφηση της επιφάνειας της Γης, ο Όλντ-Τόμας και η ομάδα του εφάρμοσαν αλγορίθμους που διαχωρίζουν τις φυσικές κλίσεις του εδάφους από τις τεχνητές, ανθρωπογενείς κατασκευές. Με αυτόν τον τρόπο, οι ερευνητές αφαίρεσαν ψηφιακά την πυκνή βλάστηση που κάλυπτε την περιοχή εδώ και πάρα πολύ καιρό. Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό, καθώς αποκαλύφθηκαν περισσότερες από 6.500 προϊσπανικές κατασκευές, ανάμεσά τους πυραμίδες, αμφιθέατρα και αθλητικά γήπεδα, όλα κρυμμένα κάτω από τη βλάστηση που τα σκέπαζε επί μακρόν και τα καθιστούσε αόρατα σε κάθε προηγούμενη επιτόπια έρευνα.
Η σημασία της τεχνολογίας LiDAR στην αρχαιολογία
Η μέθοδος που ακολούθησε ο Όλντ-Τόμας αναδεικνύει τον ρόλο που παίζει η τεχνολογία τηλεπισκόπησης στην αρχαιολογική έρευνα. Το LiDAR επιτρέπει στους ερευνητές να «βλέπουν» μέσα από την πυκνή βλάστηση και να εντοπίζουν κατασκευές που θα ήταν αδύνατο να διακρίνει το ανθρώπινο μάτι από την επιφάνεια του εδάφους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα δεδομένα δεν είχαν συλλεχθεί από αρχαιολόγους, αλλά από τον μεξικανικό οργανισμό περιβαλλοντικής παρακολούθησης, γεγονός που δείχνει πόσο χρήσιμη μπορεί να αποδειχθεί η επαναχρησιμοποίηση επιστημονικών δεδομένων για διαφορετικό σκοπό από αυτόν για τον οποίο αρχικά συλλέχθηκαν από τον φορέα που τα δημιούργησε, χωρίς καν να γνωρίζει τι κρύβεται στην πραγματικότητα κάτω από τη βλάστηση που κατέγραφε.
Η αφορμή για την αναζήτηση του Λουκ Όλντ-Τόμας ήταν το παράδειγμα συναδέλφων του στο Πανεπιστήμιο Tulane, οι οποίοι είχαν ήδη αξιοποιήσει δεδομένα της NASA για δικές τους αρχαιολογικές ανακαλύψεις. Ακολουθώντας ανάλογη λογική, ο ίδιος έψαξε στο διαδίκτυο για παρόμοια σύνολα δεδομένων που θα μπορούσαν να καλύψουν περιοχές της Μεσοαμερικής. Η επιμονή του να φτάσει μέχρι τη 16η σελίδα των αποτελεσμάτων της Google, ένα σημείο όπου ελάχιστοι χρήστες φτάνουν συνήθως στην καθημερινή τους αναζήτηση, αποδείχθηκε καθοριστική για την ανακάλυψη της χαμένης πόλης των Μάγια και των περισσότερων από 6.500 κατασκευών που τη συνθέτουν, μεταξύ των οποίων πυραμίδες, αμφιθέατρα και αθλητικά γήπεδα.




