Οι καλοκαιρινές βραδιές στην αυλή ή τη βεράντα χαλάνε συχνά από έναν επίμονο, ενοχλητικό επισκέπτη: τα κουνούπια. Το φαινόμενο δεν είναι τυχαίο, αφού περίπου το 20% του πληθυσμού φαίνεται να λειτουργεί σαν μαγνήτης για τα έντομα, ενώ οι υπόλοιποι περνούν σχεδόν απαρατήρητοι. Παράλληλα, στην Ευρώπη καταγράφεται φέτος έξαρση κρουσμάτων από ιούς που μεταδίδονται μέσω κουνουπιών, με ελληνική έρευνα να προειδοποιεί ότι τα έντομα αναπτύσσουν όλο και μεγαλύτερη αντοχή στα εντομοαπωθητικά.
Γιατί τα κουνούπια προτιμούν ορισμένους ανθρώπους
Σήμερα έχουν καταγραφεί τουλάχιστον 3.500 είδη κουνουπιών σε ολόκληρο τον κόσμο, με την παρουσία τους στη Γη να χρονολογείται από πριν από περισσότερα από 100 εκατομμύρια χρόνια. Το αρχαιότερο κουνούπι που έχει βρεθεί διατηρήθηκε μέσα σε κομμάτι κεχριμπαριού στον Λίβανο, χρονολογούμενο πριν από 130 εκατομμύρια χρόνια, κατά την Κρητιδική Περίοδο. Ακόμη και οι Τυραννόσαυροι φαίνεται πως δεν γλίτωναν από τα τσιμπήματά τους, γεγονός που δείχνει πόσο παλιά είναι η σχέση των εντόμων αυτών με τα ζωικά είδη της Γης.
Από τα χιλιάδες καταγεγραμμένα είδη, μόνο περίπου 100 αναζητούν ανθρώπινο αίμα, και μάλιστα αποκλειστικά τα θηλυκά άτομα, καθώς τα υπόλοιπα τρέφονται με νέκταρ. Το γεγονός ότι το 20% του πληθυσμού φαίνεται να προσελκύει συστηματικά τα κουνούπια τροφοδοτεί ένα διαχρονικό ερώτημα: αν πρόκειται για απλή τύχη ή αν υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι που κάνουν κάποιους ανθρώπους πιο ελκυστικούς στόχους από άλλους. Ούτε τα εντομοαπωθητικά σπρέι ούτε οι γνωστές σπείρες φαίνεται να προσφέρουν πλήρη προστασία σε όσους ανήκουν σε αυτή την κατηγορία.

Νέοι ιοί και αυξημένη αντίσταση στα εντομοκτόνα
Πέρα από την ενόχληση του τσιμπήματος, τα κουνούπια αποτελούν πλέον και φορέα σοβαρότερων απειλών για τη δημόσια υγεία. Στην Ιταλία και στην Ελλάδα καταγράφεται φέτος έξαρση κρουσμάτων από τον ιό του Δυτικού Νείλου, ενώ στη Γαλλία έχει εμφανιστεί και μια επιπλέον απειλή: ο ιός Chikungunya. Σύμφωνα με έκθεση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ECDC) και της γαλλικής υπηρεσίας υγείας, τα εγχώρια κρούσματα Chikungunya στη Γαλλία έχουν ανέλθει σε 46, εντοπισμένα σε 8 διαφορετικές τοπικές εστίες μετάδοσης. Παράλληλα, έχουν καταγραφεί και πέντε αυτόχθονα κρούσματα δάγκειου πυρετού στη γαλλική επικράτεια.
Στο πλαίσιο αυτής της ανησυχίας, ερευνητές της ομάδας Μοριακής Εντομολογίας του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας (ΙΜΒΒ) του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ) δημοσίευσαν μελέτη στο επιστημονικό περιοδικό Proceedings of the National Academy of Sciences (PNAS). Επικεφαλής της έρευνας ήταν η δρ. Λίντα Γρηγοράκη και η υποψήφια διδάκτορας Mengling Chen, οι οποίες χρησιμοποίησαν τεχνικές γενετικής μηχανικής για να εξετάσουν ξεχωριστά τους μηχανισμούς ανθεκτικότητας των κουνουπιών στα εντομοκτόνα, όπως μεταλλάξεις στους μοριακούς στόχους των φαρμάκων και παραγωγή ενζύμων που τα διασπούν.
Τα ευρήματα της μελέτης, που επικεντρώθηκε στο είδος Anopheles gambiae, βασικό φορέα της ελονοσίας, ήταν αποκαλυπτικά. Όπως σημειώνουν οι συγγραφείς, όταν διαφορετικοί μηχανισμοί ανθεκτικότητας συνυπάρχουν στο ίδιο κουνούπι, «δεν λειτουργούν απλώς ανεξάρτητα, αλλά αλληλοενισχύονται», με αποτέλεσμα τα έντομα να μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να εξουδετερώσουν πλήρως τη δράση των εντομοκτόνων. Η ελονοσία έχει μειωθεί κατά το ήμισυ παγκοσμίως από το 2000 χάρη στα εντομοκτόνα νέας γενιάς, ωστόσο η εκτεταμένη χρήση τους οδήγησε σε ανάπτυξη ανθεκτικότητας που προκαλεί επανεμφάνιση της νόσου σε ορισμένες περιοχές.
Η κλιματική αλλαγή αλλάζει τον χάρτη των νοσημάτων
Οι ερευνητές συνδέουν την εξάπλωση τόσο του ιού του Δυτικού Νείλου όσο και του Chikungunya και του δάγκειου πυρετού στην Ευρώπη με τις κλιματικές αλλαγές, οι οποίες μετατρέπουν περιοχές της ηπείρου σε φιλόξενο έδαφος για νοσήματα που παλαιότερα αφορούσαν αποκλειστικά τροπικές ζώνες. Χαρακτηριστικό είναι πως πλέον περισσότερο από το 80% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε περιοχές που θεωρούνται εκτεθειμένες σε κίνδυνο μετάδοσης νοσημάτων από κουνούπια. Η συνύπαρξη της αυξημένης αντοχής στα εντομοκτόνα με τη γεωγραφική επέκταση των ιών δημιουργεί ένα σύνθετο πρόβλημα δημόσιας υγείας που απασχολεί πλέον και τις ευρωπαϊκές αρχές υγείας.




