Η Μάγκι Τζίλενχαλ αποκάλυψε ότι δοκίμασε τεχνητή νοημοσύνη για να αναδημιουργήσει τη Μέριλιν Μονρόε στη νέα ταινία μικρού μήκους της, «Flesh Impact». Η αποκάλυψη έγινε στο 83ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, όπου η ίδια προεδρεύει φέτος στην κριτική επιτροπή. Τελικά, η ψηφιακή εκδοχή της Μονρόε απορρίφθηκε, καθώς κρίθηκε κατώτερη από την ερμηνεία της Ντακότα Τζόνσον. Η υπόθεση αναζωπύρωσε τη συζήτηση για τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης στον κινηματογράφο.
Διαβάστε επίσης: Η Μάντσεστερ Σίτι νίκησε την Κόβεντρι στην Premier League
Πώς προέκυψε το πείραμα με την AI Μονρόε
Σύμφωνα με όσα περιέγραψε η ίδια η Τζίλενχαλ, οι παραγωγοί του έργου τής ζήτησαν να ενσωματώσει εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης στη διαδικασία γυρίσματος. Δεν επρόκειτο για το OpenAI, όπως διευκρίνισε, αλλά για εξειδικευμένα εργαλεία με άδεια χρήσης, τα οποία είχαν εκπαιδευτεί πάνω σε πραγματικές ταινίες της Μέριλιν Μονρόε κατόπιν σχετικής έγκρισης. Η ίδια δέχθηκε να πειραματιστεί, όπως είπε, από περιέργεια. Η τεχνική περιλάμβανε την τοποθέτηση του προσώπου της Μονρόε πάνω στο πρόσωπο της Ντακότα Τζόνσον, μετά από εκτεταμένη επεξεργασία.
Παρά τη δουλειά που επενδύθηκε στο εγχείρημα, η Τζίλενχαλ αποφάσισε τελικά να το απορρίψει. Όπως εξήγησε στη σύνοδο κορυφής «The Future of… Creativity» στο πλαίσιο του φεστιβάλ, η φυσική ερμηνεία της Τζόνσον ως Μονρόε αποδείχθηκε πολύ πιο συγκινητική, ανθρώπινη και ζωντανή σε σχέση με την ψηφιακή εκδοχή. Η δήλωση αυτή, όπως μεταδίδει το Variety, λειτούργησε ως ένα ουσιαστικό σχόλιο πάνω στα όρια της τεχνητής νοημοσύνης απέναντι στην ανθρώπινη υποκριτική.
Στο «Flesh Impact» πρωταγωνιστούν η Ντακότα Τζόνσον και η Έλεν Μπέρστιν, ενσαρκώνοντας δύο διαφορετικές εκδοχές της Μονρόε, ενώ στο καστ συμμετέχουν επίσης ο Πίτερ Σάρσγκαρντ και η Σεπίντε Μοάφι. Η Τζόνσον υποδύεται τη Μονρόε στο απόγειο της καριέρας της, ενώ η Μπέρστιν ενσαρκώνει μια φανταστική εκδοχή της ηθοποιού στα τελευταία χρόνια της ζωής της. Η ταινία γυρίστηκε με την έγκριση της Authentic Brands Group, της εταιρείας που διαχειρίζεται τα δικαιώματα της Μονρόε, και περιγράφεται ως μια «ερωτική επιστολή» προς ένα από τα πιο διαχρονικά είδωλα του κινηματογράφου.
Οι ανησυχίες της Τζίλενχαλ για την τεχνητή νοημοσύνη
Πέρα από την προσωπική της εμπειρία, η Μάγκι Τζίλενχαλ τοποθετήθηκε και πάνω στο ευρύτερο επιχείρημα ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να «δημοκρατικοποιήσει» την κινηματογραφική παραγωγή, επιτρέποντας τη δημιουργία έργων μεγάλου προϋπολογισμού με πολύ χαμηλότερο κόστος. Η ίδια εξέφρασε επιφυλάξεις, θέτοντας το ερώτημα ποιος τελικά επωφελείται οικονομικά από αυτή τη νέα συνθήκη. Όπως σημείωσε, οι κύριοι κερδισμένοι είναι όσοι προωθούν ενεργά αυτές τις τεχνολογίες.
Η ηθοποιός και σκηνοθέτις ανέφερε ότι, στο άμεσο μέλλον, μια παραγωγή αξίας 40 εκατομμυρίων δολαρίων θα μπορούσε να ολοκληρωθεί με μόλις 4 εκατομμύρια δολάρια, ενώ ενδεχομένως στο μέλλον το κόστος να μειωθεί ακόμη περισσότερο, έως και τα 40.000 δολάρια. Η παρατήρηση αυτή αναδεικνύει τον προβληματισμό μεγάλου μέρους της κινηματογραφικής βιομηχανίας γύρω από τις οικονομικές ανακατατάξεις που μπορεί να επιφέρει η τεχνητή νοημοσύνη στον τρόπο παραγωγής ταινιών.
Η τοποθέτηση της Τζίλενχαλ έγινε στο πλαίσιο της συζήτησης «The Future of… Creativity», που διοργανώθηκε παράλληλα με το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, όπου η ίδια φέτος έχει τον ρόλο της προέδρου της κριτικής επιτροπής. Η προσωπική της εμπειρία με την απόρριψη της ψηφιακής Μονρόε λειτούργησε ως πρακτικό παράδειγμα των ορίων που παρουσιάζει ακόμη η τεχνητή νοημοσύνη όταν καλείται να αντικαταστήσει την ανθρώπινη υποκριτική ερμηνεία.




