Η κυβέρνηση του Ισημερινού υπερασπίστηκε την Παρασκευή τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις που οδήγησαν στη βύθιση τριών πλοίων μέσα σε λίγες ημέρες. Οι αρχές του Κίτο υποστήριξαν ότι οι επιχειρήσεις εντάσσονται στην κοινή προσπάθεια Ισημερινού και ΗΠΑ κατά της διακίνησης ναρκωτικών. Ωστόσο, συγγενείς ανθρώπων που επέβαιναν στα σκάφη αμφισβητούν έντονα την επίσημη εκδοχή, υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για αλιευτικά πλοία. Η υπόθεση εντάσσεται στην ευρύτερη εκστρατεία που διεξάγουν εδώ και έναν χρόνο οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις στην Καραϊβική και τον ανατολικό Ειρηνικό.
Η επιχείρηση του SOUTHCOM και η βύθιση των πλοίων
Η τελευταία επιχείρηση πραγματοποιήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου, κατόπιν εντολής του διοικητή του U.S. Southern Command (SOUTHCOM), στρατηγού Φράνσις Λ. Ντόνοβαν. Δυνάμεις της Joint Task Force Western Hemisphere (JTF-WHEM) επενέβησαν, σε συνεργασία και συντονισμό με την κυβέρνηση του Ισημερινού, εναντίον σκάφους που, σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές, λειτουργούσε ως «πλωτός σταθμός ανεφοδιασμού». Σε βίντεο που δημοσιοποίησε το SOUTHCOM στο Χ, διακρίνεται η επιβίβαση κομάντος στο σκάφος, το οποίο λίγο αργότερα καταστράφηκε από ισχυρή έκρηξη. Πρόκειται για το τρίτο πλοίο που βυθίζεται μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, στο πλαίσιο της εκστρατείας που έχει εξαπολύσει η Ουάσιγκτον κατά της διακίνησης ναρκωτικών στην περιοχή. Το αμερικανικό διοικητήριο συνέδεσε τα πλοία που επλήγησαν με τη συμμορία Λος Τσονέρος, οργάνωση που θεωρείται υπεύθυνη για σημαντικό μέρος της διακίνησης ναρκωτικών στη Λατινική Αμερική.

Ο υπουργός Εσωτερικών του Ισημερινού, Τζον Ράιμπεργκ, μίλησε στο δίκτυο Teleamazonas και χαρακτήρισε την επιχείρηση αποτέλεσμα «διεθνούς συνεργασίας» ανάμεσα στο Κίτο και την Ουάσιγκτον. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα πλοία που βυθίστηκαν λειτουργούσαν ως πλωτοί σταθμοί ανεφοδιασμού για ταχύπλοα σκάφη που μετέφεραν ναρκωτικά προς το Μεξικό και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο ίδιος υποστήριξε ότι η συνεργασία των δύο χωρών αποσκοπεί στην καταπολέμηση των εγκληματικών οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στα χωρικά ύδατα της περιοχής. Η κυβέρνηση του Ισημερινού επιβεβαίωσε πως η επιχείρηση διεξήχθη στο πλαίσιο της κοινής προσπάθειας των δύο κρατών, χωρίς ωστόσο να δώσει περαιτέρω στοιχεία για την ταυτότητα των επιβαινόντων στα σκάφη.
Οι καταγγελίες των οικογενειών και οι αμφισβητήσεις
Η εκδοχή των αρχών αμφισβητείται έντονα από συγγενείς των ανθρώπων που επέβαιναν στα πλοία που επλήγησαν. Η 47χρονη Ροζάλμπα, σύζυγος ναυτικού που βρισκόταν σε ένα από τα σκάφη, δήλωσε ότι επρόκειτο για αλιευτικό πλοίο και όχι για όχημα διακίνησης ναρκωτικών. Σύμφωνα με την ίδια, οι στρατιώτες που πραγματοποίησαν ρεσάλτο στο σκάφος δεν εντόπισαν κανένα ίχνος ναρκωτικών ουσιών. «Δεν καταλαβαίνω γιατί η αμερικανική κυβέρνηση πρέπει να ενεργεί με τέτοιο αυθαίρετο τρόπο», δήλωσε χαρακτηριστικά, χωρίς να αποκαλύψει το επώνυμό της. Η μαρτυρία της προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο αμφισβήτησης στην επίσημη αφήγηση που υποστηρίζουν από κοινού το Κίτο και η Ουάσιγκτον.
Η Ροζάλμπα ανέφερε επιπλέον πως το πλοίο εντοπίστηκε και επλήγη εντός των χωρικών υδάτων του Ισημερινού, και όχι σε διεθνή ύδατα όπως έχει υποστηριχθεί από αμερικανικής πλευράς. Το στοιχείο αυτό εγείρει επιπλέον ερωτήματα σχετικά με τη νομιμότητα της επιχείρησης και τα όρια δικαιοδοσίας των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στην περιοχή. Παρά τις αντιδράσεις αυτές, η κυβέρνηση του Ισημερινού διατήρησε τη στήριξή της στις αμερικανικές επιχειρήσεις, τονίζοντας ότι εντάσσονται στην κοινή προσπάθεια κατά των εγκληματικών οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στην περιοχή. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στην επίσημη εκδοχή των αρχών και τις καταγγελίες των οικογενειών αναδεικνύει τις εντάσεις που προκαλεί η αμερικανική στρατιωτική εκστρατεία στη Λατινική Αμερική, καθώς οι πληγέντες αμφισβητούν ανοιχτά τα στοιχεία που επικαλείται η Ουάσιγκτον για να δικαιολογήσει τα πλήγματα εναντίον των σκαφών.




