Η γιορτή σήμερα 7 Σεπτεμβρίου τιμά δύο σπουδαίες μορφές της Ορθοδοξίας. Σύμφωνα με το εορτολόγιο, η Εκκλησία τιμά σήμερα τη μνήμη της Οσίας Κασσιανής της μοναχής και του Αγίου Σώζοντος του μάρτυρος. Δεκάδες ονόματα σε όλη την Ελλάδα έχουν σήμερα την τιμητική τους, από την Κασσιανή έως τον Σώζοντα. Η ημέρα συνδέεται με μία από τις πιο χαρισματικές ποιήτριες της βυζαντινής υμνογραφίας.
Ποιοι γιορτάζουν σήμερα 7 Σεπτεμβρίου
Σύμφωνα με το ορθόδοξο εορτολόγιο, την τιμητική τους έχουν σήμερα όσοι φέρουν τα ονόματα Κασσιανή, Κάσσυ, Κασιανή, Κασία, Κασσιανός, Κασιανός, Κάσσιος, Κάσιος, Κάσσος και Κάσσης. Παράλληλα γιορτάζουν και όσοι ονομάζονται Σώζων, Σώζος, Σώζης, Σώζη, Σωζούσα και Σώζα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη της Οσίας Κασσιανής της Υμνογράφου, γνωστής και ως Κασσία ή Ικασία, καθώς και του Αγίου Σώζοντος του μάρτυρος, ο οποίος έζησε στα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ. Οι δύο αυτές μορφές θεωρούνται από τις πιο αγαπητές του ορθόδοξου εορτολογίου, με το έργο και τη ζωή τους να παραμένουν γνωστά μέχρι σήμερα.
Ο βίος της Οσίας Κασσιανής
Η Οσία Κασσιανή, γνωστή και ως Κασσία ή Ικασία, γεννήθηκε μεταξύ του 805 και του 810 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη και έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Θεοφίλου, ο οποίος βασίλεψε από το 829 έως το 842 μ.Χ. Σύμφωνα με τους βυζαντινούς χρονικογράφους Συμεών τον Μεταφραστή, Γεώργιο Αμαρτωλό και Λέοντα τον Γραμματικό, η νεαρή Κασσιανή έλαβε μέρος στην τελετή επιλογής νύφης για τον αυτοκράτορα, την οποία είχε οργανώσει η μητριά του, Ευφροσύνη. Κατά την τελετή, ο υποψήφιος αυτοκράτορας επέλεγε τη σύζυγό του δίνοντάς της ένα χρυσό μήλο.

Ο Θεόφιλος, εντυπωσιασμένος από την ομορφιά της Κασσίας, την πλησίασε λέγοντάς της «Ως άρα δια γυναικός ερρύη τα φαύλα», αναφερόμενος στην αμαρτία που ήρθε στον κόσμο μέσω της Εύας. Η Κασσία απάντησε ετοιμόλογα «Αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείττονα», εννοώντας τη σωτηρία που ήρθε στον κόσμο μέσω της Παναγίας. Η απάντηση αυτή πλήγωσε τον εγωισμό του αυτοκράτορα, ο οποίος τελικά απέρριψε την Κασσιανή και επέλεξε τη Θεοδώρα για σύζυγό του. Το 843 μ.Χ. η Κασσιανή ίδρυσε ένα κοινόβιο στα δυτικά της Κωνσταντινούπολης, κοντά στα τείχη της πόλης, όπου έγινε και η πρώτη ηγουμένη, διατηρώντας παράλληλα στενή σχέση με τη γειτονική Μονή Στουδίου.
Ο βίος του Αγίου Σώζοντος
Ο Άγιος Σώζων έζησε στα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ. και καταγόταν από τη Λυκαονία. Πριν βαπτιστεί χριστιανός ονομαζόταν Ταράσιος και εργαζόταν ως βοσκός, προσπαθώντας να μιμείται την πραότητα των προβάτων που φύλαγε. Παρά τις αδικίες που δεχόταν συχνά από άλλους βοσκούς, παρέμενε πράος, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι θα ντρεπόταν να φανεί κατώτερος από τα ζώα που έβοσκε. Μελετούσε συστηματικά την Αγία Γραφή και προσπαθούσε να κατηχήσει στον Χριστιανισμό όσους ειδωλολάτρες συναντούσε στην εξοχή.
Σε ένα ταξίδι του στην Πομπηϊούπολη της Κιλικίας, ο Σώζων αντίκρισε ένα χρυσό ειδωλολατρικό άγαλμα και, γεμάτος αγανάκτηση, έσπασε το δεξί του χέρι. Πούλησε στη συνέχεια το χρυσό και μοίρασε τα έσοδα σε φτωχούς. Η πράξη αυτή προκάλεσε την οργή του έπαρχου Μαξιμιανού, ο οποίος φυλάκισε αρκετούς αθώους στην προσπάθειά του να βρει τον υπαίτιο. Μόλις το έμαθε, ο Σώζων παρουσιάστηκε ο ίδιος στον έπαρχο και υποστήριξε ήρεμα ότι το άγαλμα ήταν άχρηστο μέσα στον ναό, ενώ έτσι είχε ωφελήσει κάποιους φτωχούς. Μετά από φρικτά βασανιστήρια, τον έριξαν στη φωτιά, όπου και βρήκε μαρτυρικό θάνατο.




