Το νυχτερινό φως «χτυπά» τη λειτουργία της καρδιάς
Κοινωνία

Το νυχτερινό φως «χτυπά» τη λειτουργία της καρδιάς

10 Σεπτεμβρίου 2026|4 λεπτά ανάγνωση

Το νυχτερινό φως φαίνεται πως δεν επηρεάζει μόνο την ποιότητα του ύπνου, αλλά μπορεί να προκαλέσει και ουσιαστικές αλλαγές στη δομή της καρδιάς. Αυτό υποστηρίζει νέα επιστημονική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό European Heart Journal, της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας. Την έρευνα εκπόνησαν επιστήμονες του Πανεπιστημίου Tulane της Νέας Ορλεάνης στις ΗΠΑ, οι οποίοι αξιοποίησαν δεδομένα χιλιάδων συμμετεχόντων από τη βρετανική βάση UK Biobank. Τα ευρήματα συνδέουν την έκθεση στο τεχνητό φως κατά τη διάρκεια της νύχτας με πάχυνση και μειωμένη ελαστικότητα της καρδιάς, μια διαδικασία που οι ειδικοί περιγράφουν ως πρώιμο σημάδι επιβάρυνσης.

Διαβάστε επίσης: Σχολική Χρονιά 2026-27: Αγιασμός Αύριο, Τι Αλλάζει

Τι έδειξε η έρευνα για το νυχτερινό φως

Στη μελέτη συμμετείχαν 11.071 άτομα, τα οποία φορούσαν για επτά ημέρες αισθητήρα φωτός στον καρπό τους, ώστε να καταγραφούν τα επίπεδα φωτεινότητας στις ώρες του ύπνου. Τρία χρόνια αργότερα, οι ίδιοι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε μαγνητική τομογραφία καρδιάς, προκειμένου οι ερευνητές να εξετάσουν λεπτομερώς τη δομή και τη λειτουργία της. Η σύγκριση έγινε ανάμεσα σε όσους εκτέθηκαν σε φωτισμό άνω των 3 lux κατά τη διάρκεια της νύχτας και σε όσους κοιμήθηκαν σε συνθήκες σχεδόν απόλυτου σκότους.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα άτομα με υψηλότερη έκθεση σε νυχτερινό φως εμφάνιζαν πάχυνση στο τοίχωμα της αριστερής κοιλίας της καρδιάς, γεγονός που περιόριζε τον εσωτερικό της χώρο. Παράλληλα, καταγράφηκε μειωμένη ικανότητα του καρδιακού μυός να διατείνεται κατά τη διάρκεια κάθε παλμού, κάτι που οι ερευνητές χαρακτηρίζουν πρώιμη ένδειξη διαταραχής της καρδιακής λειτουργίας. Αντίστοιχες μεταβολές εντοπίστηκαν και στη δεξιά κοιλία καθώς και στον αριστερό κόλπο της καρδιάς, στοιχείο που ενισχύει την εικόνα μιας ευρύτερης επίδρασης στο σύνολο του οργάνου.

Φωτισμένο υπνοδωμάτιο τη νύχτα και καρδιακή υγεία

Οι δηλώσεις των ερευνητών και το πλαίσιο

Ο επικεφαλής της μελέτης, καθηγητής Λου Κι του Πανεπιστημίου Tulane, σημείωσε ότι πρόκειται για την πρώτη έρευνα που συνδέει το νυχτερινό φως με το φαινόμενο της «καρδιακής αναδιαμόρφωσης» (cardiac remodeling). Όπως εξήγησε, η αλλαγή στη δομή και τη λειτουργία της καρδιάς λειτουργεί συνήθως ως απόκριση του οργανισμού σε χρόνιο στρες ή τραυματισμό, δηλαδή ως μηχανισμός προσαρμογής. Ωστόσο, όπως τόνισε, η ίδια διαδικασία μπορεί σταδιακά να αποδυναμώσει την καρδιά και να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας.

Σε συνοδευτικό άρθρο που συνοδεύει τη δημοσίευση, ο καθηγητής Τόμας Μούνζελ από το Πανεπιστημιακό Ιατρικό Κέντρο του Μάιντς στη Γερμανία υπογράμμισε ότι οι κλινικοί γιατροί, ιδιαίτερα όσοι παρακολουθούν ασθενείς με αρρυθμίες ή καρδιακή ανεπάρκεια, θα πρέπει πλέον να λαμβάνουν υπόψη και το περιβάλλον ύπνου των ασθενών τους. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα στον βαθμό συσκότισης του υπνοδωματίου, στη νυχτερινή εργασία και στη χρήση οθονών μετά τη δύση του ήλιου, παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την έκθεση στο φως κατά τις ώρες του ύπνου.

Οι ίδιοι ερευνητές, ωστόσο, επισήμαναν ότι πρόκειται για μελέτη παρατήρησης, επομένως δεν τεκμηριώνεται άμεση αιτιώδης σχέση ανάμεσα στο νυχτερινό φως και τις καρδιακές αλλαγές. Ανάμεσα στους περιορισμούς που αναφέρουν είναι η σύντομη διάρκεια καταγραφής του φωτός, μόλις μία εβδομάδα, η απουσία στοιχείων για το χρωματικό φάσμα του φωτός, που θεωρείται κρίσιμος παράγοντας για το βιολογικό ρολόι, καθώς και το γεγονός ότι το δείγμα αποτελούνταν κυρίως από λευκούς συμμετέχοντες με καλύτερο επίπεδο υγείας σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό.

Πρακτικές λύσεις για τη φωτορύπανση

Οι ερευνητές προτείνουν μια σειρά από απλές και χαμηλού κόστους λύσεις για τον περιορισμό της έκθεσης στο νυχτερινό φως. Ανάμεσά τους αναφέρονται οι κουρτίνες συσκότισης, ο θερμός φωτισμός χαμηλής έντασης στο κομοδίνο και η κάλυψη των ενδεικτικών λυχνιών LED που παραμένουν αναμμένες σε πολλές ηλεκτρονικές συσκευές κατά τη διάρκεια της νύχτας. Παράλληλα, σε επίπεδο αστικού σχεδιασμού, η φωτορύπανση περιγράφεται ως ένας διαχειρίσιμος περιβαλλοντικός κίνδυνος, ο οποίος μπορεί να αντιμετωπιστεί με λαμπτήρες θερμού φωτός, συστήματα αυξομείωσης της έντασης και αισθητήρες κίνησης στον δημόσιο φωτισμό. Οι επιστήμονες εκτιμούν πως τέτοιες παρεμβάσεις είναι ενεργειακά αποδοτικές και εφαρμόσιμες από τους δήμους με σχετικά χαμηλό κόστος.

Σχετικά άρθρα