Η Έμα Μπονίνο έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 78 ετών, κλείνοντας μια πολιτική διαδρομή πέντε δεκαετιών στην Ιταλία και την Ευρώπη. Η εμβληματική Ιταλίδα πολιτικός, ιστορικό στέλεχος του Ριζοσπαστικού Κόμματος, έδινε εδώ και χρόνια μάχη με τον καρκίνο στον πνεύμονα. Τις τελευταίες ημέρες νοσηλευόταν στη Ρώμη έπειτα από σοβαρή επιδείνωση της κατάστασής της. Ο θάνατος της Έμα Μπονίνο προκάλεσε άμεσες αντιδράσεις σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα της Ιταλίας.
Η νοσηλεία και η επιδείνωση της υγείας
Η Έμα Μπονίνο νοσηλευόταν τις τελευταίες ημέρες στο νοσοκομείο Santo Spirito της Ρώμης, όπου είχε εισαχθεί τη Δευτέρα σε σοβαρή κατάσταση μετά από αναπνευστική κρίση. Οι γιατροί τη μετέφεραν σε μονάδα εντατικής θεραπείας, ωστόσο την Πέμπτη παρουσίασε βελτίωση και μεταφέρθηκε σε ιδιωτική κλινική. Παρά αυτή την αρχική ανάκαμψη, η κατάστασή της παρέμεινε σοβαρή και τελικά η πολιτικός δεν κατάφερε να ξεπεράσει το πρόβλημα υγείας της.

Η ασθένειά της είχε ξεκινήσει το 2015, όταν διαγνώστηκε με καρκίνο στον αριστερό πνεύμονα. Παρά τις θεραπείες, δεν εγκατέλειψε ποτέ την πολιτική της δράση και το 2023 είχε δηλώσει πως είχε καταφέρει να ξεπεράσει την ασθένεια. Ωστόσο τα επόμενα χρόνια αντιμετώπισε νέα προβλήματα, με νοσηλεία το φθινόπωρο του 2024 για αναπνευστικά προβλήματα και ένα ακόμη σοβαρό επεισόδιο τον Νοέμβριο του 2025, όταν οι γιατροί απέκλεισαν υποτροπή του καρκίνου, αποδίδοντας τότε τα προβλήματα σε μεταβολικά αίτια.
Γεννημένη το 1948 στην Μπρα, η Μπονίνο εντάχθηκε νεαρή στο Ριζοσπαστικό Κόμμα και το 1976 εξελέγη στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Το 1975 ίδρυσε το Κέντρο Πληροφόρησης για τη Στείρωση και την Άμβλωση, ενώ η δράση της συνέβαλε στη νομιμοποίηση των αμβλώσεων στην Ιταλία το 1978. Το 1979 εξελέγη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, από το 1994 έως το 1999 υπηρέτησε ως Ευρωπαία Επίτροπος με αρμοδιότητες στην ανθρωπιστική βοήθεια, την αλιεία και την πολιτική καταναλωτών, ενώ το 2013 ανέλαβε υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση του Ενρίκο Λέτα.

Αντιδράσεις και το πολιτικό της αποτύπωμα
Η πρωθυπουργός της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι, εξέδωσε δήλωση για τον θάνατο της Έμα Μπονίνο, τονίζοντας: «Η Έμα Μπονίνο ήταν επί δεκαετίες μια ισχυρή και αναγνωρίσιμη φωνή της ιταλικής πολιτικής και προώθησε τις ιδέες της με αποφασιστικότητα. Οι ιστορίες και οι ευαισθησίες μας απείχαν, αλλά αυτό δεν με εμπόδισε ποτέ να της αναγνωρίσω το βάρος και τον ρόλο της στη δημόσια ζωή της χώρας. Τα συλλυπητήριά μου στους οικείους της και στην οικογένειά της».
Πολλά στελέχη του προοδευτικού αλλά και του μετριοπαθούς πολιτικού χώρου στην Ιταλία θεωρούσαν ότι η εμπειρία και η προσωπικότητα της Μπονίνο θα έπρεπε να την οδηγήσουν ακόμη και στο υψηλότερο θεσμικό αξίωμα της χώρας, εκείνο της Προεδρίας της Δημοκρατίας. Παρά το γεγονός ότι ήταν άθεη, η Ιταλίδα πολιτικός είχε αναπτύξει βαθιά προσωπική σχέση φιλίας με τον πάπα Φραγκίσκο, ο οποίος τον Νοέμβριο του 2024 πραγματοποίησε σπάνια επίσκεψη εκτός Βατικανού για να τη συναντήσει στο σπίτι της, στο κέντρο της Ρώμης.
Στη διάρκεια της πολυετούς πορείας της, η Μπονίνο στήριξε δυναμικά τις διεκδικήσεις του φεμινιστικού κινήματος και των ΛΟΑΤΚΙ+ πολιτών, ενώ πρωτοστάτησε και σε διεθνή ζητήματα, όπως η δημιουργία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου το 2002. Είχε δηλώσει το 2024 στη δημόσια τηλεόραση Rai: «Έχω πολεμήσει για τα δικαιώματα όλη μου τη ζωή, προειδοποιώντας τους ανθρώπους να τα υπερασπίζονται, γιατί δεν κρατούν για πάντα». Παρέμεινε στην πρώτη γραμμή της πολιτικής μέχρι τα 70 της χρόνια, έχοντας νικήσει προηγουμένως τον καρκίνο του πνεύμονα, παρότι αρνούνταν να κόψει το κάπνισμα.




