Η αποφυλάκιση του Νίκου Μαζιώτη, πρώην ηγετικού στελέχους της τρομοκρατικής οργάνωσης Επαναστατικός Αγώνας, προκάλεσε σφοδρή αντίδραση από την Ουάσινγκτον. Ο Μαζιώτης αποφυλακίστηκε την Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου από τις φυλακές Δομοκού, έπειτα από 14 χρόνια φυλάκισης. Η πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, τον χαρακτήρισε «αμετανόητο τρομοκράτη», ενώ το αμερικανικό Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανακοίνωσε ότι του απαγορεύεται η είσοδος στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αποφυλάκιση Μαζιώτη αναδεικνύει εκ νέου το βάρος που δίνουν οι ΗΠΑ στην τρομοκρατική απειλή.
Διαβάστε επίσης: Η απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ για τον Νίκο Μαζιώτη
Η αποφυλάκιση Μαζιώτη και το ιστορικό της καταδίκης
Ο Νίκος Μαζιώτης είχε καταδικαστεί για τη συμμετοχή του στον Επαναστατικό Αγώνα, οργάνωση που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν χαρακτηρίσει Foreign Terrorist Organization από το 2009. Του είχε επιβληθεί ποινή κάθειρξης 20 ετών, εκ των οποίων εξέτισε 14 χρόνια φυλάκιση και έξι χρόνια υπολογιζόμενης εργασίας εντός των φυλακών. Σύμφωνα με όσα ο ίδιος αναφέρει, τα αρμόδια δικαστικά συμβούλια είχαν απορρίψει επτά φορές την υφ’ όρον αποφυλάκισή του, καθώς θεωρούσαν πως δεν είχε αναθεωρήσει τη στάση του απέναντι στη δράση της οργάνωσης.
Ο Επαναστατικός Αγώνας έχει στο ιστορικό του σειρά επιθέσεων τόσο σε ελληνικούς όσο και σε αμερικανικούς στόχους. Η πιο χαρακτηριστική ήταν η επίθεση με αντιαρματική ρουκέτα RPG κατά της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα, τον Ιανουάριο του 2007. Στο ενεργητικό της οργάνωσης καταγράφονται επίσης βομβιστικές επιθέσεις σε υποκαταστήματα της Citibank, η επίθεση στο Χρηματιστήριο Αθηνών και η βομβιστική επίθεση στην Τράπεζα της Ελλάδος το 2014. Το βεβαρημένο αυτό ιστορικό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη σφοδρότητα της αμερικανικής αντίδρασης στην αποφυλάκιση Μαζιώτη.

Η αντίδραση των ΗΠΑ
Η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ δημοσίευσε ανάρτηση στο Χ αμέσως μετά την ανακοίνωση της αποφυλάκισης. Σε αυτήν τόνισε ότι η αποφυλάκιση του αμετανόητου τρομοκράτη Νίκου Μαζιώτη μετά από 14 χρόνια στη φυλακή υπενθυμίζει την ανάγκη να παραμείνουν όλοι σε εγρήγορση έναντι της απειλής της πολιτικής βίας. Η πρέσβης των ΗΠΑ ανέφερε χαρακτηριστικά ότι ο Μαζιώτης και οι σύντροφοί του, αριστεροί τρομοκράτες, δεν έχουν θέση σε μια πολιτισμένη κοινωνία και ότι οι βάρβαρες πράξεις τους αξίζουν απόλυτη και ολοκληρωτική καταδίκη. Πρόσθεσε πως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επιστρέψουν ποτέ στην εποχή της απόπειρας δολοφονίας, των πυροβολισμών και των βομβιστικών επιθέσεων, και δεν θα σταματήσουν την προσπάθειά τους για Δικαιοσύνη.
Στο ίδιο μήνυμα, η Γκίλφοϊλ υπογράμμισε ότι οι ΗΠΑ στέκονται στο πλευρό όσων έχουν πληγεί από την τρομοκρατία σε όλο τον κόσμο. Εξέφρασε παράλληλα την ευγνωμοσύνη της αμερικανικής κυβέρνησης προς τις ελληνικές Αρχές επιβολής του νόμου για τις συνεχείς προσπάθειές τους να αποτρέψουν τρομοκρατικές επιθέσεις και να παραπέμψουν τους δράστες στη Δικαιοσύνη. Η τοποθέτηση αυτή, σε συνδυασμό με τη στάση του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, καταδεικνύει ότι η προστασία των Αμερικανών πολιτών και των αμερικανικών συμφερόντων παραμένει προτεραιότητα για την αμερικανική διπλωματία στην Ελλάδα.
Απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ
Παράλληλα με τις δηλώσεις Γκίλφοϊλ, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών προχώρησε σε επίσημη ανακοίνωση μέσω της πλατφόρμας Χ, με την οποία γνωστοποίησε ότι απαγορεύεται η είσοδος του Νίκου Μαζιώτη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ εξήγησε πως η απόφαση εντάσσεται στο πλαίσιο των αμερικανικών περιορισμών θεωρήσεων εισόδου που αφορούν πρόσωπα συνδεδεμένα με ακροαριστερές τρομοκρατικές οργανώσεις. Η κίνηση αυτή έρχεται αμέσως μετά την αποφυλάκιση Μαζιώτη, στέλνοντας ξεκάθαρο μήνυμα προς κάθε πρόσωπο που έχει εμπλακεί σε βίαιη δράση κατά αμερικανικών στόχων.
Η υπόθεση Μαζιώτη παραμένει σύμβολο μιας περιόδου έντονης τρομοκρατικής δράσης στην Ελλάδα, με τις αμερικανικές αρχές να επιλέγουν να στείλουν δημόσιο και κατηγορηματικό μήνυμα τη στιγμή της αποφυλάκισής του. Η απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ λειτουργεί ως πρακτική συνέπεια της βεβαρημένης πορείας του, ενώ οι δηλώσεις της πρέσβη Γκίλφοϊλ αποτυπώνουν τη διατήρηση της επαγρύπνησης απέναντι στην πολιτική βία ως σταθερή γραμμή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.




