Η ενεργειακή κρίση και η ανάγκη στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων βρέθηκαν στο επίκεντρο της ομιλίας του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και προέδρου του Eurogroup, Κυριάκου Πιερρακάκη, στο Δουβλίνο. Ο υπουργός μίλησε στο Συνέδριο για τις Μικρές Επιχειρήσεις και την Επιχειρηματικότητα που διοργάνωσε το κόμμα Fine Gael, παρουσία του αντιπροέδρου της ιρλανδικής κυβέρνησης και υπουργού Οικονομικών, Σάιμον Χάρις. Στην τοποθέτησή του, ο κ. Πιερρακάκης τόνισε ότι «δεν θα μεταφέρουμε τον λογαριασμό στην επόμενη γενιά», συνδέοντας την αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους με τη δημοσιονομική σύνεση των τελευταίων ετών.
Το ενεργειακό κόστος στο επίκεντρο
Ο υπουργός ανέδειξε τις πιέσεις που προκαλούν οι υψηλές τιμές της ενέργειας τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Όπως εξήγησε, η ανησυχία επικεντρώνεται στο πετρέλαιο θέρμανσης, στις τιμές των καυσίμων στα πρατήρια και γενικότερα στο κόστος ενέργειας που επιβαρύνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Παράλληλα, επεσήμανε ότι οι αγορές ομολόγων εμφανίζουν αυξημένη μεταβλητότητα, μια εξέλιξη που παραπέμπει, όπως είπε, σε εμπειρίες που τόσο η Ελλάδα όσο και η Ιρλανδία γνώρισαν έντονα το 2009 και το 2010.
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης ξεκαθάρισε ότι τα μέτρα στήριξης πρέπει να είναι «στοχευμένα, προσωρινά και προσαρμοσμένα στις ανάγκες», πάντα εντός των δημοσιονομικών ορίων κάθε χώρας. Σημείωσε ότι καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν εφαρμόζει πλήρως αυτή την αρχή, καθώς αρκετά από τα μέτρα που λαμβάνονται έχουν πιο οριζόντιο χαρακτήρα. Ο υπουργός υπογράμμισε ακόμη ότι οι σημερινές ενεργειακές επιλογές της Ευρώπης θα έχουν συνέπειες για πολλά χρόνια, γι’ αυτό και πέρα από την άμεση στήριξη των πολιτών χρειάζονται επενδύσεις που θα μειώσουν με βιώσιμο τρόπο το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για οικογένειες και επιχειρήσεις.

Η αποκλιμάκωση του χρέους και οι αναβαθμίσεις
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο υπουργός στην πορεία της ελληνικής οικονομίας, συνδέοντας τις πρόσφατες αναβαθμίσεις από τη Moody’s και τη Scope Ratings με τη δημοσιονομική σύνεση των τελευταίων ετών. Υπενθύμισε ότι κατά τη διάρκεια της δεκαετούς οικονομικής κρίσης η Ελλάδα έχασε 25 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ της, ενώ η ανεργία εκτινάχθηκε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Όπως ανέφερε, το δημόσιο χρέος, που μετά την πανδημία είχε φτάσει στο 208% του ΑΕΠ, προβλέπεται φέτος να διαμορφωθεί στο 136,8%, με στόχο να υποχωρήσει κάτω από το 120% έως το τέλος της δεκαετίας.
«Δεν πρόκειται να μεταφέρουμε τον λογαριασμό στην επόμενη γενιά», δήλωσε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος του Eurogroup, αποδίδοντας την πορεία αποκλιμάκωσης στη συνετή δημοσιονομική πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνηση. Χαρακτήρισε την ελληνική οικονομική κρίση «συλλογικό τραύμα», τονίζοντας ότι τα διδάγματά της συνεχίζουν να επηρεάζουν τη χάραξη της οικονομικής πολιτικής σήμερα. Ο κ. Πιερρακάκης στάθηκε επίσης στις κοινές εμπειρίες Ελλάδας και Ιρλανδίας, δύο χωρών που, όπως είπε, πέρασαν από «υπαρξιακές κρίσεις» αλλά κατάφεραν να επανέλθουν σε τροχιά ανάπτυξης.
Μεταρρυθμίσεις και Τεχνητή Νοημοσύνη
Στην ομιλία του, ο υπουργός έστειλε μήνυμα για επιτάχυνση των ευρωπαϊκών μεταρρυθμίσεων, τονίζοντας ότι η Ευρώπη γνωρίζει πλέον τι πρέπει να κάνει και το ζητούμενο πλέον είναι η υλοποίηση σε τομείς όπως η Ένωση Κεφαλαιαγορών, η Τραπεζική Ένωση, η Ενεργειακή Ένωση και η τεχνολογική στρατηγική της Ένωσης. Παράλληλα, αφιέρωσε σημαντικό μέρος της τοποθέτησής του στην Τεχνητή Νοημοσύνη, την οποία χαρακτήρισε πηγή μεγάλων δυνητικών κερδών παραγωγικότητας. Ανέφερε εφαρμογές που εκτείνονται από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής έως την εκπαίδευση, χωρίς ωστόσο να παραλείψει την ανάγκη αντιμετώπισης των νέων κινδύνων που σχετίζονται με την κυβερνοασφάλεια.
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης επανέλαβε ότι οι συνεχείς αναβαθμίσεις της ελληνικής οικονομίας αποτελούν αποτέλεσμα της δημοσιονομικής σύνεσης που εφαρμόζεται τα τελευταία χρόνια. Η παρουσία του στο συνέδριο του Fine Gael, μαζί με τον Σάιμον Χάρις, επιβεβαίωσε τη στενή σχέση που έχουν αναπτύξει Ελλάδα και Ιρλανδία γύρω από κοινά ζητήματα δημοσιονομικής και ενεργειακής πολιτικής, δύο χωρών που πέρασαν από αντίστοιχες δοκιμασίες τη δεκαετία της κρίσης και σήμερα καλούνται να διαχειριστούν τις νέες προκλήσεις της ενέργειας και της τεχνολογίας.




