Το Χρηματιστήριο Αθηνών πραγματοποίησε σήμερα, Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου, την πρώτη του συνεδρίαση υπό το καθεστώς των αναπτυγμένων αγορών, έπειτα από 13 χρόνια απουσίας από αυτή την κατηγορία. Η εξέλιξη έρχεται μετά το ιστορικό mega-rebalancing της περασμένης Παρασκευής, όταν τέθηκαν επίσημα σε ισχύ οι νέες σταθμίσεις και εντάξεις μετοχών στους δείκτες των FTSE Russell, Stoxx και S&P Dow Jones. Η πρεμιέρα στις αναπτυγμένες αγορές, ωστόσο, χαρακτηρίστηκε από πτωτικές τάσεις και έντονη μεταβλητότητα στο ταμπλό της Euronext Athens.
Πτωτικό κλίμα και μεταβλητότητα στο ταμπλό
Στην πρώτη συνεδρίαση μετά το ιστορικό rebalancing, ο Γενικός Δείκτης κατέγραψε αισθητές διακυμάνσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Σε μία φάση της συνεδρίασης ο δείκτης υποχωρούσε κατά -0,71%, διαμορφούμενος στις 2.642,4 μονάδες, χάνοντας περίπου 19 μονάδες σε σύγκριση με το κλείσιμο της προηγούμενης εβδομάδας, με τζίρο που κυμαινόταν στα 21,2 εκατομμύρια ευρώ. Στις 11:00 η εικόνα είχε βελτιωθεί ελαφρώς, με τον δείκτη να διαμορφώνεται σε οριακά αρνητικό έδαφος στις 2.657,34 μονάδες, καταγράφοντας απώλειες 0,15%, ενώ η αξία των συναλλαγών είχε ανέβει στα 37.371.778,55 ευρώ επί 4.246.872 τεμαχίων μετοχών. Αργότερα η πτώση διευρύνθηκε ξανά, με τον Γενικό Δείκτη να υποχωρεί κατά -0,59% στις 2.645,73 μονάδες, με χαμηλό ημέρας τις 2.628,55 μονάδες και υψηλό τις 2.655,86 μονάδες.
Από τις 95 μετοχές που είχαν κινηθεί ως τις 11:00, οι 51 σημείωναν άνοδο, οι 36 πτώση και 8 παρέμεναν αμετάβλητες. Ο «βαρύς» δείκτης FTSE υψηλής κεφαλαιοποίησης έχανε 0,16%, ενώ ο FTSEM μεσαίας κεφαλαιοποίησης κέρδιζε 0,10%. Τη μεγαλύτερη άνοδο σημείωνε η μετοχή της ΟΠΤΟΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΤΕΧΝΟΛ. με κέρδη 9,09%, ακολουθούμενη από την Ιντρακόμ με 7,53% και τη VIDAVO με 6,46%. Αντίθετα, τις μεγαλύτερες απώλειες κατέγραφε η ΔΑΑ με -4,65%, η ΕΧΑΕ με -4,46% και ο ΟΛΠ με -2,65%.

Το πλαίσιο της αναβάθμισης και οι προκλήσεις
Η ένταξη στις αναπτυγμένες αγορές αποτελεί τον πρώτο κύκλο μιας ευρύτερης αναβάθμισης της ελληνικής κεφαλαιαγοράς και ανοίγει, σύμφωνα με τα στοιχεία, πρόσβαση σε μια πολύ μεγαλύτερη δεξαμενή κεφαλαίων σε σχέση με αυτή των αναδυόμενων αγορών. Βασικό ζητούμενο για την Euronext Athens είναι πλέον η προσέλκυση long-only funds, τα οποία θα μπορούσαν να προσδώσουν μεγαλύτερο βάθος στην αγορά και καλύτερη ποιότητα στη μετοχική σύνθεση των εισηγμένων εταιρειών. Παράλληλα, η μετάβαση συνεπάγεται και προκλήσεις, καθώς η Ελλάδα μετατρέπεται από «μεγάλο ψάρι σε μικρή λίμνη» σε «μικρό ψάρι σε μεγάλη λίμνη» — οι νέοι συντελεστές στάθμισης είναι μικρότεροι, ο ανταγωνισμός αυξάνεται και η λογοδοσία των εισηγμένων γίνεται πιο απαιτητική.
Παρά την αρνητική εικόνα στο ταμπλό της Αθήνας, το διεθνές περιβάλλον προσέφερε στηρίγματα για ανάληψη ρίσκου, με τις εποικοδομητικές εμπορικές επαφές μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας καθώς και την υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου Brent να συμβάλλουν στην ανοδική κίνηση της υπόλοιπης Ευρώπης — μια κίνηση που οι επενδυτές στην Αθήνα δεν ακολούθησαν άμεσα. Οι traders φαίνεται να αναζητούν νέους καταλύτες, ώστε ο Γενικός Δείκτης να διατηρηθεί στην περιοχή των 2.700 μονάδων, επίπεδο που συμπίπτει με το υψηλό έτους και το υψηλό 17ετίας.
Τι ακολουθεί
Η ολοκλήρωση των τεχνικών κεφαλαιακών ροών αναπροσαρμογής μετατοπίζει πλέον το ενδιαφέρον της επενδυτικής κοινότητας στα θεμελιώδη μεγέθη των εισηγμένων εταιρειών και στην αναζήτηση νέων καταλυτών για τη συνέχεια. Ο επόμενος και, όπως εκτιμάται, πιο κομβικός κύκλος αναβάθμισης τοποθετείται χρονικά τον Μάιο του 2027, οπότε αναμένεται η κρίσιμη απόφαση του οίκου MSCI για την ελληνική αγορά.




