Η μείωση των γεννήσεων ξεπερνά το 50% σε έξι νομούς
Κοινωνία

Η μείωση των γεννήσεων ξεπερνά το 50% σε έξι νομούς

22 Σεπτεμβρίου 2026|3 λεπτά ανάγνωση

Η μείωση των γεννήσεων στην ελληνική περιφέρεια αποκτά πλέον σαφή γεωγραφικά χαρακτηριστικά, με έξι νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας να καταγράφουν πτώση άνω του 50% μέσα σε δεκαπέντε χρόνια. Τα στοιχεία προέρχονται από νέα μελέτη του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), η οποία αποτυπώνει τη συνεχή υποχώρηση της γεννητικότητας από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 έως σήμερα. Παράλληλα με τη μείωση των γεννήσεων, η μελέτη καταγράφει γήρανση του πληθυσμού και σταθερά περισσότερους θανάτους από γεννήσεις σε μεγάλο μέρος της χώρας, ενώ ορισμένα νησιά φαίνεται να αντιστέκονται στο φαινόμενο.

Διαβάστε επίσης: Ο Τσίπρας ζητά πλαφόν 1,4 ευρώ στο πετρέλαιο θέρμανσης

Δραματική πτώση σε Θεσπρωτία, Γρεβενά και Φθιώτιδα

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΔΕΜ, οι γεννήσεις στην Ελλάδα μειώθηκαν από περίπου 148.000 κατά μέσο όρο την περίοδο 1979-1980 σε μόλις 67.000 το 2024-2025. Η μέση ηλικία απόκτησης παιδιού αυξήθηκε κατά σχεδόν έξι χρόνια, από τα 26,2 στα 32,2 έτη. Ανάμεσα στο 2009 και το 2024, οι γεννήσεις πανελλαδικά υποχώρησαν κατά 42%, από 117.440 σε 68.310. Σε έξι νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας –Θεσπρωτία, Γρεβενά, Φθιώτιδα, Κοζάνη, Ευρυτανία και Φλώρινα– η μείωση των γεννήσεων ξεπέρασε το 50%, ενώ σε άλλους δέκα νομούς κυμάνθηκε μεταξύ 45% και 50%.

χάρτης μείωσης γεννήσεων στην ελληνική περιφέρεια

Αντίθετα, σε αρκετές νησιωτικές περιοχές η πτώση ήταν σαφώς πιο περιορισμένη. Σε έξι νησιωτικούς νομούς η μείωση έμεινε κάτω από 30%, ενώ στις Κυκλάδες και τη Ζάκυνθο περιορίστηκε κάτω από 15%. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μακρά πορεία διαδραμάτισε η πτώση της διαγενεακής γονιμότητας: οι γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 απέκτησαν κατά μέσο όρο δύο παιδιά, ενώ όσες γεννήθηκαν γύρω στο 1985 απέκτησαν λιγότερα από 1,5. Ο ετήσιος δείκτης γονιμότητας υποχώρησε από 2.200 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες το 1979-1980 σε μόλις 1.240 το 2024-2025.

Η θνησιμότητα και οι δηλώσεις του καθηγητή Κοτζαμάνη

Το φυσικό ισοζύγιο, δηλαδή η διαφορά μεταξύ γεννήσεων και θανάτων, έχει περάσει πλέον σε σταθερά αρνητικό έδαφος. Τη δεκαετία 1971-1980 οι γεννήσεις ξεπερνούσαν τους θανάτους κατά 638.000, ενώ τη δεκαετία 1991-2000 το πλεόνασμα περιορίστηκε σε μόλις 22.000. Την περίοδο 2011-2020 καταγράφηκαν 267.000 περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις, ενώ μόνο στην πενταετία 2021-2025 η διαφορά έφτασε τις 290.000. Το 2024 αντιστοιχούσαν σε εθνικό επίπεδο 184 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις, έναντι 92 το 2009, με ορισμένες Περιφερειακές Ενότητες να φτάνουν ακόμη και τους 376 θανάτους ανά 100 γεννήσεις.

Ο καθηγητής Δημογραφίας και διευθυντής ερευνών του ΙΔΕΜ, Βύρων Κοτζαμάνης, εξηγεί ότι η μείωση των γεννήσεων οφείλεται στην πτώση της διαγενεακής γονιμότητας των γυναικών, σημειώνοντας ότι η μόνη διακοπή της πτωτικής πορείας καταγράφηκε στην περίοδο 2003-2009, λόγω της μαζικής εισόδου αλλοδαπών μετά το 1990. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα Δωδεκάνησα, η Ξάνθη και τρεις από τους τέσσερις νομούς της Κρήτης -Χανιά, Ρέθυμνο και Ηράκλειο- είχαν την τελευταία δεκαπενταετία λιγότερους θανάτους από γεννήσεις. Αντίθετα, 17 νομοί της ηπειρωτικής Ελλάδας κατέγραψαν από 175 έως 276 θανάτους ανά 100 γεννήσεις. Μόλις πέντε Περιφερειακές Ενότητες σε όλη τη χώρα -Θήρας, Μυκόνου, Κω, Νάξου και Ρεθύμνου- είχαν περισσότερες γεννήσεις από θανάτους.

Σχετικά άρθρα