Η λίμνη Κορώνεια, ένας από τους σημαντικότερους υγροτόπους της Βόρειας Ελλάδας, έχει χάσει σχεδόν το σύνολο της έκτασής της μέσα σε λίγα χρόνια. Δορυφορικές εικόνες του meteo.gr καταγράφουν μια δραματική συρρίκνωση που οδήγησε την υδάτινη επιφάνεια από τα 34,4 τετραγωνικά χιλιόμετρα το 2016 σε μόλις 2,7 τετραγωνικά χιλιόμετρα το 2026. Σε σύγκριση με την έκταση των 42,8 τετραγωνικών χιλιομέτρων που κατέγραφε η λίμνη το 1984, η απώλεια αγγίζει πλέον το 94%. Το φαινόμενο δεν αφορά μόνο την Κορώνεια, καθώς αντίστοιχες μεταβολές καταγράφονται σε σειρά λιμνών σε όλη τη χώρα.
Δραματική πτώση μέσα σε δέκα χρόνια
Τα στοιχεία των δορυφορικών εικόνων αποτυπώνουν με ακρίβεια την πορεία συρρίκνωσης της λίμνης Κορώνειας. Από τα 34,4 τετραγωνικά χιλιόμετρα το 2016, η έκταση περιορίστηκε στα 29,8 το 2024, στη συνέχεια κατέρρευσε στα 17,9 το 2025 και έφτασε μόλις στα 2,7 τετραγωνικά χιλιόμετρα φέτος. Πρόκειται για μια απώλεια που, σε σχέση με τα 42,8 τετραγωνικά χιλιόμετρα του 1984, αγγίζει το 94% της αρχικής έκτασης. Η Κορώνεια αποτελεί προστατευόμενο υγροτοπικό σύστημα διεθνούς σημασίας και στο παρελθόν έχει βιώσει ήδη δύο πλήρεις αποξηράνσεις, το 2002 και το 2008, με μαζικούς θανάτους ψαριών και πουλιών.
Το φαινόμενο, ωστόσο, δεν είναι μονόδρομος προς την εξαφάνιση. Οι λίμνες της Ελλάδας μεταβάλλουν δραματικά την έκτασή τους ανάλογα με το υδρολογικό ισοζύγιο κάθε περιόδου, άλλοτε υποχωρώντας μέχρι σχεδόν την αποξήρανση και άλλοτε ανακτώντας μεγάλο μέρος του νερού τους μετά από έναν υγρό χειμώνα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η λίμνη Αμβρακία στην Αιτωλοακαρνανία, όπου μετά τις παρατεταμένες ξηρές συνθήκες των προηγούμενων ετών, ο φετινός χειμώνας έφερε άφθονες βροχές και τον Μάρτιο του 2026 η στάθμη είχε επανέλθει σε πολύ υψηλότερα επίπεδα. Ακόμη πιο έντονη ήταν η περίπτωση της μικρής λίμνης Βηρού στη Βουλιάστα Ιωαννίνων, όπου το καλοκαίρι του 2025 η στάθμη είχε υποχωρήσει κατά περίπου 12 μέτρα.

Ο Μόρνος και η υδροδότηση της Αττικής
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η εικόνα του Μόρνου, της τεχνητής λίμνης που αποτελεί βασική πηγή υδροδότησης της Αττικής. Το 2025 η περιοχή δέχθηκε εξαιρετικά λίγες βροχοπτώσεις, με τον σταθμό του φράγματος να καταγράφει 670 χιλιοστά, την τρίτη χαμηλότερη ετήσια τιμή από το 2012, ενώ στον Κονιάκο Φωκίδας καταγράφηκαν μόλις 620 χιλιοστά, η χαμηλότερη τιμή της ίδιας περιόδου. Ως αποτέλεσμα, στις αρχές του 2026 η επιφάνεια της λίμνης είχε περιοριστεί στα 9,1 τετραγωνικά χιλιόμετρα.
Οι βροχές του χειμώνα έφεραν στη συνέχεια μερική ανάκαμψη. Τον Φεβρουάριο η επιφάνεια του Μόρνου είχε φτάσει στα 13 τετραγωνικά χιλιόμετρα, παρέμενε όμως περίπου 26% κάτω από τη μέση τιμή Φεβρουαρίου της περιόδου 2006-2024. Η εξέλιξη αυτή δείχνει πως, παρά τις βροχοπτώσεις, η πλήρης αποκατάσταση των αποθεμάτων απαιτεί περισσότερο χρόνο και συνεχή παρακολούθηση.
Απειλή για τη βιοποικιλότητα και άλλες λίμνες
Η συρρίκνωση μιας λίμνης δεν είναι μόνο ζήτημα τοπίου. Τα ρηχά νερά, οι καλαμιώνες, οι λασπώδεις εκτάσεις και η υδρόβια βλάστηση αποτελούν κρίσιμους χώρους τροφοληψίας και αναπαραγωγής για ψάρια, αμφίβια και υδρόβια πουλιά, οπότε όταν η υδάτινη επιφάνεια περιορίζεται, συρρικνώνεται μαζί της και ο διαθέσιμος βιότοπος. Παρόμοια εικόνα με την Κορώνεια έχει καταγραφεί και σε άλλες λίμνες της χώρας, όπως η Βόλβη, η Δοϊράνη και η Πικρολίμνη. Στην τελευταία, μάλιστα, η υποχώρηση των υδάτων έχει οδηγήσει επανειλημμένα σε πλήρη αποξήρανση κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Μελέτες παρακολούθησης υδάτων δείχνουν ότι οι στάθμες αυτών των λιμνών επηρεάζονται από τρεις κύριους παράγοντες: τη μείωση των βροχοπτώσεων, την αύξηση της θερμοκρασίας και τις ανθρώπινες απολήψεις νερού. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων εξηγεί γιατί η κατάσταση της λίμνης Κορώνειας θεωρείται σήμερα από τις πλέον ανησυχητικές, καθώς πρόκειται για υγρότοπο με ιστορικό μαζικών οικολογικών κρίσεων που φαίνεται να επαναλαμβάνεται σε ακόμη πιο έντονη μορφή.




