Με μία από τις πιο σκληρές ομιλίες της θητείας του, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ και έθεσε δημοσίως το ενδεχόμενο πλήρους «εξόντωσης» της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, εάν η ηγεσία της χώρας δεν προχωρήσει σε συμφωνία με τις ΗΠΑ. Η παρέμβαση του Αμερικανού προέδρου δεν περιορίστηκε στην Τεχεράνη, καθώς αναφέρθηκε και στην Κούβα, στη Βενεζουέλα και στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Η απειλή Τραμπ για το Ιράν ακούστηκε ενώπιον της διεθνούς κοινότητας, σε μια στιγμή που, όπως σχολιάστηκε, θύμισε τις πιο εκρηκτικές σκηνές στην ιστορία του οργανισμού.
Διαβάστε επίσης: Ο Τραμπ ανοίγει πόρτα επιστροφής σε CNN και MS NOW
Η σκληρή ομιλία στη Γενική Συνέλευση
Σύμφωνα με ανάλυση του Guardian, ακόμη και για έναν πρόεδρο συνηθισμένο να προκαλεί αμηχανία στο βήμα του ΟΗΕ, η δημόσια αναφορά στην πιθανή καταστροφή ενός άλλου κράτους-μέλους αποτέλεσε εξαιρετικά ασυνήθιστη στιγμή. Το βρετανικό μέσο παραλλήλισε τη σκηνή με το περιστατικό του 1960, όταν ο Σοβιετικός ηγέτης Νικίτα Χρουστσόφ φέρεται να χτύπησε το παπούτσι του σε έδρανο, αντιδρώντας οργισμένα στην ομιλία του Φιλιππινέζου αντιπροσώπου Λορένσο Σουμουλόνγκ, ο οποίος κατηγορούσε τη Μόσχα για αποικιοκρατικές πρακτικές στην Ανατολική Ευρώπη.
Περίπου 11 λεπτά μετά την έναρξη της ομιλίας του, ο Τραμπ έστρεψε το ενδιαφέρον στο Ιράν, το οποίο αποτέλεσε το κεντρικό θέμα μεγάλου μέρους της παρέμβασής του. Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι έχει μπροστά του «μια μεγάλη απόφαση», παρουσιάζοντας δύο εντελώς διαφορετικά σενάρια: είτε μια συμφωνία που θα επιτρέψει στο Ιράν να ανοικοδομηθεί και να εξελιχθεί σε ισχυρότερη χώρα, είτε την πλήρη καταστροφή της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Αναρωτήθηκε δημόσια εάν πρέπει να «εξοντώσει» το καθεστώς «γρήγορα», χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα για το μέλλον της χώρας σε περίπτωση στρατιωτικής επιλογής. Η διατύπωση αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος καθώς εκφωνήθηκε στο βήμα ενός οργανισμού που ιδρύθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με στόχο ακριβώς την αποτροπή νέων διεθνών συγκρούσεων.

Το μήνυμα προς την εσωτερική κοινή γνώμη των ΗΠΑ
Το BBC σχολίασε ότι η ομιλία Τραμπ έμοιαζε να απευθύνεται περισσότερο στο εσωτερικό ακροατήριο των ΗΠΑ παρά στη διεθνή κοινότητα. «Περιμένουν να δουν πώς θα τα πάω στις ενδιάμεσες εκλογές. Αυτό που δεν αντιλαμβάνονται είναι ότι εγώ δεν είμαι υποψήφιος. Δεν βιάζομαι», είπε ο Τραμπ, απευθυνόμενος ουσιαστικά στην ηγεσία του Ιράν. «Δεν έδωσα απολύτως καμία σημασία και δεν πρόκειται να δώσω σημασία στις εκλογές σε ό,τι αφορά το Ιράν. Το μόνο πράγμα που με απασχολεί είναι ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό οπλισμό», πρόσθεσε.
Στο βήμα του ΟΗΕ, ο Τραμπ ανέφερε αυτολεξεί: «Θα επιτευχθεί μια συμφωνία με το Ιράν που θα του επιτρέψει να ανοικοδομηθεί και να δημιουργήσει μια χώρα πολύ σπουδαιότερη από οποιαδήποτε υπήρξε στο παρελθόν. Ή θα αφανίσω την Ισλαμική Δημοκρατία, και μάλιστα γρήγορα, χωρίς να της δώσω ποτέ ξανά την ευκαιρία να σκοτώνει και να καταστρέφει ανθρώπους και χώρες; Θα τους στείλω στην κόλαση, χωρίς καμία πιθανότητα επιβίωσης και χωρίς καμία ελπίδα μελλοντικού μεγαλείου ή επόμενων γενεών». Εάν ληφθεί κατά γράμμα, η δήλωση ισοδυναμεί με εξέταση του ενδεχομένου μιας μαζικής καταστροφής χωρίς ιστορικό προηγούμενο, με συνέπειες για τα 93 εκατομμύρια κατοίκους του Ιράν. Παρά τη σκληρότητα των λόγων, ο Τραμπ δεν είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιεί ανάλογη ρητορική, καθώς στο παρελθόν είχε απειλήσει ότι θα στείλει το Ιράν «πίσω στη λίθινη εποχή».
Τι ακολουθεί
Μετά τις πρώτες εβδομάδες του πολέμου, ο Τραμπ έχει δείξει περιορισμένη διάθεση να εξαπολύσει επιθέσεις μεγάλης κλίμακας εναντίον του Ιράν, παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις του. Ο ίδιος εκτιμά ότι μια ειρηνευτική συμφωνία είναι πιθανή μετά τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Στο ευρύτερο πλαίσιο, οι παγκόσμιες τιμές ενέργειας εκτοξεύονται, οι ειρηνευτικές προσπάθειες στην Ουκρανία και στο Ιράν παραπαίουν, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί αντιμετωπίζουν δυσμενείς εκλογικές προβλέψεις. Η φετινή εμφάνιση του Τραμπ στον ΟΗΕ ήταν επίσης πιο συγκρατημένη ως προς την προβολή της υποψηφιότητάς του για το Νόμπελ Ειρήνης, σε σύγκριση με πέρυσι, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος επικεντρώθηκε περισσότερο στη διαφήμιση όσων θεωρεί ήδη επιτυχίες της εξωτερικής του πολιτικής.




