Το PISA δείχνει ιστορικά χαμηλές επιδόσεις μαθητών
Κοινωνία

Το PISA δείχνει ιστορικά χαμηλές επιδόσεις μαθητών

24 Σεπτεμβρίου 2026|3 λεπτά ανάγνωση

Η νέα έκθεση του PISA κατέγραψε ιστορικά χαμηλές επιδόσεις μαθητών στην ανάγνωση, στα μαθηματικά και στις φυσικές επιστήμες σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες, με την Ελλάδα να συγκαταλέγεται ανάμεσά τους. Η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία η τεχνητή νοημοσύνη έχει ενταχθεί στην καθημερινότητα εκατομμυρίων μαθητών, οι οποίοι μπορούν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να λάβουν μια περίληψη, μια μετάφραση, μια εξήγηση ή ακόμη και τη λύση μιας άσκησης. Το γεγονός πυροδότησε έντονο διεθνή διάλογο για τον τρόπο διδασκαλίας και μάθησης στη νέα εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Ιστορικά χαμηλές επιδόσεις μαθητών και η επέλαση της τεχνητής νοημοσύνης

Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του προγράμματος αξιολόγησης PISA, οι επιδόσεις των μαθητών στην ανάγνωση, στα μαθηματικά και στις φυσικές επιστήμες έχουν υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Παράλληλα, η τεχνητή νοημοσύνη έχει αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι μαθητές προσεγγίζουν τη γνώση, καθώς πλέον μπορούν να ζητήσουν από ένα εργαλείο AI περίληψη, μετάφραση, εξήγηση ή ακόμη και έτοιμη λύση σε μια άσκηση μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Η ταυτόχρονη εμφάνιση των δύο φαινομένων, της πτώσης στις επιδόσεις και της ραγδαίας διάδοσης της AI, αναζωπύρωσε τη συζήτηση γύρω από τον τρόπο διδασκαλίας στα σχολεία.

Πολιτικοί και δημοσιογράφοι σε πολλές χώρες αντέδρασαν άμεσα, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για τον τρόπο διδασκαλίας και μάθησης στη σημερινή εποχή. Άλλοι μίλησαν για αργή ή ακόμη και γνωστική καταστροφή, ενώ άλλοι επικεντρώθηκαν στις χαμηλές επιδόσεις στην ανάγνωση, χαρακτηρίζοντάς τη θεμέλιο όλων των υπόλοιπων μαθησιακών δεξιοτήτων. Κανένας μεμονωμένος δείκτης, ωστόσο, δεν μπορεί να αποτυπώσει το σύνολο όσων μαθαίνει ένα παιδί καθώς μεγαλώνει, κάτι που περιπλέκει ακόμη περισσότερο τη συζήτηση γύρω από τα αίτια της πτώσης.

Το παράδειγμα της Νέας Υόρκης και η κριτική στις απαγορεύσεις

Άρθρο του The Conversation επισημαίνει πως οι απαγορεύσεις, όσο καλοπροαίρετες κι αν είναι, αντιμετωπίζουν περισσότερο το σύμπτωμα παρά την πραγματική αιτία του προβλήματος. Ωστόσο, όπως τονίζεται, όποιο μέτρο επιχειρεί να δημιουργήσει χώρο ώστε τα μικρά παιδιά να μαθαίνουν σε περιβάλλον απαλλαγμένο από ιδιαίτερα εθιστικές τεχνολογίες AI θα πρέπει να επικροτείται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απόφαση του δημάρχου της Νέας Υόρκης, Ζοράν Μαμντάνι, ο οποίος στις 2 Σεπτεμβρίου ανακοίνωσε την απαγόρευση της χρήσης γενετικής τεχνητής νοημοσύνης από μαθητές στα δημόσια σχολεία της πόλης, για παιδιά ηλικίας περίπου 4 έως 14 ετών.

Η απόφαση του Μαμντάνι προβλέπει, μεταξύ άλλων, δύο ενότητες κριτικής σκέψης για την τεχνητή νοημοσύνη ετησίως για τους μαθητές λυκείου, περιορισμένα πιλοτικά προγράμματα AI για μικρό αριθμό τάξεων λυκείου, καθώς και περιορισμούς στον χρόνο χρήσης οθόνης ανάλογα με την ηλικία των μαθητών. Πρόκειται για ένα από τα πιο συγκεκριμένα μέτρα που έχουν ανακοινωθεί διεθνώς σε επίπεδο δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος, με στόχο τον περιορισμό της έκθεσης των μικρότερων μαθητών στην τεχνητή νοημοσύνη.

Ωστόσο, όπως επισημαίνεται, τέτοιες πολιτικές δεν φαίνεται να καταπιάνονται ουσιαστικά με τη φύση και τις πραγματικές αιτίες πίσω από τις χαμηλές επιδόσεις μαθητών στην ανάγνωση. Ο δημόσιος διάλογος, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, αποτυγχάνει να αποτυπώσει με ακρίβεια το εύρος της μεταμόρφωσης που βιώνει η σύγχρονη κοινωνία, καθώς η τεχνολογική στροφή αφορά τη μετάβαση από την κοινωνία του γραπτού λόγου σε μια νέα μορφή ψηφιακής προφορικότητας. Σε αυτή τη διαδικασία, η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί απλώς την πιο πρόσφατη εξέλιξη μέσα από την οποία αναδιαμορφώνονται οι μαθησιακές συνήθειες και ικανότητες των νέων γενεών.

Σχετικά άρθρα