Η Μαρέβα Γκραμπόφσκι-Μητσοτάκη τοποθετήθηκε δημόσια για το ζήτημα της επανένωσης των Γλυπτών του Παρθενώνα, με αφορμή τη μεταφορά της Ταπισερί της Μπαγιέ στο Βρετανικό Μουσείο. Η σύζυγος του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη ανέβασε ανάρτηση στην οποία εξηγεί γιατί τα δύο ζητήματα δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με τους ίδιους όρους. Η κίνησή της έρχεται μία ημέρα μετά το άρθρο του πρωθυπουργού στον Guardian, όπου είχε χρησιμοποιήσει το ίδιο παράδειγμα για να στηρίξει το ελληνικό αίτημα για τα Γλυπτά του Παρθενώνα.
Η ανάρτηση και το επιχείρημα για τα Γλυπτά του Παρθενώνα
Στην ανάρτησή της, η Μαρέβα Γκραμπόφσκι-Μητσοτάκη σχολιάζει τη συμφωνία για τη μεταφορά της Ταπισερί του Bayeux στο Βρετανικό Μουσείο, μια συμφωνία που έχει παρουσιαστεί ως παράδειγμα πολιτιστικής συνεργασίας. «Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε ένα μεμονωμένο δάνειο με έναν ακρωτηριασμένο ναό» σημειώνει χαρακτηριστικά, θέτοντας εξαρχής τη διαφορά ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις. Όπως εξηγεί, «η μεταφορά της Ταπισερί του Bayeux στο Βρετανικό Μουσείο είναι πράγματι μια νίκη της πολιτισμικής συνεργασίας – αλλά είναι ένα αυτοτελές έργο τέχνης, όχι ένα αρχιτεκτονικό σύνολο κομμένο στα δύο».

Η σύζυγος του πρωθυπουργού επιμένει στο επιχείρημα ότι τα Γλυπτά του Παρθενώνα αποτελούν τμήμα ενός ενιαίου μνημείου και όχι ανεξάρτητα εκθέματα. «Τα Γλυπτά του Παρθενώνα είναι τα δύο μισά ενός και μόνου ναού. Η επανένωσή τους αφορά την αποκατάσταση της καλλιτεχνικής, αρχιτεκτονικής και ιστορικής ακεραιότητας ενός μοναδικού μνημείου που δεν έπρεπε ποτέ να είχε διαμελιστεί» αναφέρει στην ανάρτησή της. Κλείνοντας το κείμενό της, συνοψίζει τη θέση της σε τρεις σύντομες φράσεις: «Μία υπόθεση. Ένα μνημείο. Μία διόρθωση που έχει καθυστερήσει πολύ».
Αντιδράσεις και πλαίσιο
Η παρέμβαση της Μαρέβας Γκραμπόφσκι-Μητσοτάκη δεν είναι τυχαία χρονικά, καθώς ακολουθεί το άρθρο που δημοσίευσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στον βρετανικό Guardian μόλις μία ημέρα νωρίτερα. Ο πρωθυπουργός είχε επίσης αναφερθεί στην Ταπισερί της Μπαγιέ, επαναφέροντας στο προσκήνιο το ελληνικό αίτημα για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα στην Αθήνα. Η κοινή αναφορά των δύο στο ίδιο παράδειγμα δείχνει μια συντονισμένη προσπάθεια ανάδειξης του ζητήματος σε διεθνές επίπεδο, με επιχειρήματα που στηρίζονται στη διάκριση ανάμεσα σε ένα αυτοτελές έργο τέχνης και σε ένα διαμελισμένο μνημείο.
Στην αγγλική εκδοχή της ανάρτησής της, η Μαρέβα Γκραμπόφσκι-Μητσοτάκη διευκρινίζει επιπλέον ότι η επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα «δεν αφορά το άνοιγμα των ασκών του Αιόλου ή το άδειασμα των μουσείων», αλλά αποκλειστικά την αποκατάσταση της ακεραιότητας ενός συγκεκριμένου μνημείου. Με τη διατύπωση αυτή, επιχειρεί να αποσυνδέσει το ελληνικό αίτημα από ευρύτερες συζητήσεις που αφορούν επιστροφές αρχαιοτήτων από μουσεία σε άλλες χώρες, τοποθετώντας το ως μοναδική και ειδική περίπτωση. Η θέση αυτή συμπίπτει με τη γραμμή που έχει υποστηρίξει επανειλημμένα η ελληνική πλευρά στις διεθνείς διαπραγματεύσεις για τα Γλυπτά του Παρθενώνα.




