Νέες δηλώσεις για τις σχέσεις Ελλάδα και Ισραήλ έκανε ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σε συνέντευξή του στο αμερικανικό περιοδικό Newsweek που δημοσιεύθηκε την Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026. Ο Τούρκος πρόεδρος τοποθετήθηκε για την αμυντική συνεργασία Αθήνας και Τελ Αβίβ, τον ρόλο της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ και τις εξελίξεις στη Συρία. Οι δηλώσεις του έρχονται μία ημέρα μετά τα χθεσινά σχόλιά του στη Νέα Υόρκη, όπου είχε πει ότι «η Τουρκία δεν είναι εχθρός της Ελλάδας».
Τι είπε ο Ερντογάν για Αθήνα και Τελ Αβίβ
Στη γραπτή συνέντευξη, το Newsweek έθεσε στον Ερντογάν ερώτημα σχετικά με την αμυντική συμφωνία που έχουν υπογράψει η Ελλάδα και το Ισραήλ, ζητώντας του να σχολιάσει αν αυτή η συνεργασία, σε συνδυασμό με τις ισραηλινές επιθέσεις στη Συρία, θα μπορούσε να οδηγήσει σε κλιμάκωση της αντιπαράθεσης μεταξύ Άγκυρας και Τελ Αβίβ, ακόμη και σε στρατιωτική σύγκρουση. Ο Τούρκος πρόεδρος απάντησε ότι «οι σχέσεις Ελλάδας – Ισραήλ είναι δική τους υπόθεση», διευκρινίζοντας όμως πως η Τουρκία «παρακολουθεί στενά τυχόν βήματα που μπορεί να παραβιάζουν τα δικαιώματα και τα συμφέροντά της». Σύμφωνα με τον ίδιο, η Άγκυρα δεν αντιμετωπίζει αυτομάτως κάθε διμερή σχέση τρίτης χώρας ως απειλή εναντίον της.
Ο Ερντογάν υποστήριξε ότι υπάρχουν σοβαρές διαφωνίες με την ισραηλινή κυβέρνηση σε πολλά ζητήματα, χαρακτηρίζοντας παράλληλα ως «λανθασμένη αφήγηση» την εικόνα της Τουρκίας ως νέας πηγής απειλής για το Ισραήλ, κάτι που κατά τον ίδιο συνδέεται με τις επικείμενες ισραηλινές εκλογές. Ξεκαθάρισε ότι η Τουρκία δεν τρέφει εχθρότητα προς τον ισραηλινό λαό, αλλά αντιτίθεται σε πολιτικές που θεωρεί αντίθετες με το διεθνές δίκαιο. Αναφερόμενος στη Συρία, κατηγόρησε το Ισραήλ ότι οι επιθέσεις του υπονομεύουν την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της χώρας, εκτιμώντας ότι μια σταθερή Συρία θα ωφελούσε ολόκληρη την περιοχή, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Ισραήλ.

Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο στρατιωτικής σύγκρουσης με το Ισραήλ και τις συνέπειες που θα είχε για το ΝΑΤΟ, ο Τούρκος πρόεδρος απάντησε ότι «η Τουρκία δεν βασίζει την εξωτερική της πολιτική σε αναπόφευκτα πολεμικά σενάρια». Τόνισε ότι η χώρα του κατέχει ισχυρή θέση και βάρος εντός της Συμμαχίας και εξέφρασε την άποψη ότι, αντί να συζητούνται υποθετικά σενάρια σύγκρουσης, θα ήταν προτιμότερο να δοθεί έμφαση στη διπλωματία, ώστε να αποφευχθεί μια τέτοια εξέλιξη. Μίλησε επίσης για μια «αρχιτεκτονική ασφαλείας 360 μοιρών», βασισμένη σε συμμαχικές σχέσεις και περιφερειακές συνεργασίες, με στόχο τη μείωση της έντασης και την ενίσχυση της αποτροπής.
Η αντίδραση της Αθήνας και το ευρύτερο πλαίσιο
Οι σημερινές δηλώσεις του Ερντογάν ακολούθησαν παρόμοιο, χαμηλόφωνο ύφος με εκείνο που είχε επιλέξει την προηγούμενη ημέρα, όταν μιλώντας σε δημοσιογράφους στο Turkish House της Νέας Υόρκης είχε πει ξεκάθαρα ότι «η Τουρκία δεν είναι εχθρός της Ελλάδας». Οι χθεσινές αυτές τοποθετήσεις αποτιμήθηκαν θετικά από την ελληνική πλευρά, με κυβερνητικές πηγές να επισημαίνουν πως η Αθήνα δεν συνέβαλε στην αύξηση της έντασης, διατηρώντας μια σταθερή και ψύχραιμη στάση απέναντι στις τουρκικές δηλώσεις. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με τη γραμμή που έχει κρατήσει η ελληνική κυβέρνηση, επιδιώκοντας να μην τροφοδοτεί αντιπαραθέσεις μέσω δημόσιων δηλώσεων.
Στην ίδια συνέντευξη, ο Τούρκος πρόεδρος αναφέρθηκε και στην Κοινή Συμφωνία Άμυνας της Μέκκας, που υπέγραψαν το Πακιστάν και η Σαουδική Αραβία, η οποία έχει περιγραφεί ως βήμα ενίσχυσης της περιφερειακής αποτροπής απέναντι στο Ιράν. Ο Ερντογάν επεσήμανε ότι η συμφωνία αυτή δεν στρέφεται εναντίον καμίας τρίτης χώρας, επιχειρώντας να αποσυνδέσει τη νέα αυτή συμμαχία από οποιαδήποτε ερμηνεία περί κλιμάκωσης εντάσεων στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Το γεγονός ότι ο Ερντογάν επέλεξε να μιλήσει για την Ελλάδα στο πλαίσιο μιας ερώτησης για το Ισραήλ, και όχι με αφορμή κάποιο διμερές ελληνοτουρκικό ζήτημα, καταδεικνύει ότι η Άγκυρα βλέπει την αμυντική συνεργασία Αθήνας και Τελ Αβίβ κυρίως μέσα από το πρίσμα της δικής της αντιπαράθεσης με το Ισραήλ. Παρά τον αυστηρό τόνο των προειδοποιήσεων, ο Τούρκος πρόεδρος απέφυγε να μιλήσει απευθείας για ένταση με την Ελλάδα, κάτι που οι κυβερνητικές πηγές στην Αθήνα φαίνεται να αξιολογούν ως ένδειξη ότι οι διμερείς σχέσεις παραμένουν σε σχετικά σταθερή βάση.




