Η Τουρκία βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις σοβαρότερες κρίσεις τουρκικών funds των τελευταίων ετών, με 455.758 επενδυτές να έχουν έκθεση σε 131 επενδυτικά κεφάλαια συνολικής αξίας περίπου 18 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η τουρκική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (SPK) έθεσε τα funds σε διαδικασία εκκαθάρισης, ενώ πλέον στο επίκεντρο βρίσκεται ο τρόπος με τον οποίο θα ρευστοποιηθούν τα περιουσιακά τους στοιχεία και θα επιστραφούν τα χρήματα στους δικαιούχους. Η αναταραχή ξέσπασε όταν ορισμένα funds αδυνάτησαν να καλύψουν μαζικά αιτήματα εξαγοράς μεριδίων, προκαλώντας κύμα πωλήσεων που παρέσυρε και το χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης. Η κρίση έχει πλέον εξελιχθεί σε ζήτημα που απασχολεί τόσο τις αρχές όσο και τους διεθνείς επενδυτικούς οίκους.
Τι έγινε στην αγορά των τουρκικών funds
Στο επίκεντρο της κρίσης βρέθηκαν οι εταιρείες διαχείρισης Tera Portföy και Pusula Portföy, τα funds των οποίων είχαν σημαντικές τοποθετήσεις σε μετοχές χαμηλής εμπορευσιμότητας και περιορισμένης ελεύθερης διασποράς. Όταν οι επενδυτές άρχισαν να ζητούν μαζικά την επιστροφή των χρημάτων τους, οι διαχειριστές αναγκάστηκαν να πουλήσουν περιουσιακά στοιχεία για να εξασφαλίσουν ρευστότητα. Η κίνηση αυτή δημιούργησε έναν φαύλο κύκλο, καθώς οι πωλήσεις μετοχών χαμηλής ρευστότητας πίεσαν περαιτέρω τις τιμές τους, προκαλώντας νέες απώλειες στα χαρτοφυλάκια και εντείνοντας την ανησυχία των επενδυτών. Σύμφωνα με σχετικό ρεπορτάζ, περίπου 600 δισεκατομμύρια τουρκικές λίρες αποσύρθηκαν από επενδυτικά funds στο διάστημα από τις 31 Αυγούστου έως τις 23 Σεπτεμβρίου.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε από τον όγκο των αιτήσεων εξαγοράς, με την Tera Portföy να έχει δεχθεί αιτήματα περίπου 300 δισεκατομμυρίων τουρκικών λιρών σε σύντομο χρονικό διάστημα. Μπροστά σε αυτή την αναταραχή, η SPK διέταξε την εκκαθάριση των 131 funds που ανήκουν σε επτά εταιρείες διαχείρισης, ενώ η κεντρική τράπεζα της Τουρκίας προχώρησε σε μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας σε λίρες. Ο δείκτης BIST 100 κατέγραψε πτώση 8,18% την εβδομάδα που ολοκληρώθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου, τη χειρότερη εβδομαδιαία επίδοσή του από τον Μάρτιο του 2025. Οι πιέσεις ήταν ιδιαίτερα έντονες στις μετοχές με μεγάλη έκθεση στα εν λόγω funds, καθώς η ανάγκη για άμεση ρευστότητα ενίσχυσε τις πωλήσεις.

Έρευνα για χειραγώγηση και αντιδράσεις
Η SPK είχε εντοπίσει το πρόβλημα αρκετούς μήνες νωρίτερα, παρατηρώντας ιδιαίτερα σε hedge funds και money-market funds κινήσεις σε μετοχές με χαμηλό free float που δεν εξηγούνταν από τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη των εταιρειών. Τον Αύγουστο η εποπτική αρχή είχε ήδη αλλάξει το σχετικό πλαίσιο, επιδιώκοντας μεγαλύτερη διαφοροποίηση των χαρτοφυλακίων. Στο επίκεντρο της έρευνας βρέθηκαν τρεις μετοχές, οι Katilimevim, Gündoğdu Gıda και Destek Finans, με τα στοιχεία να δείχνουν το μέγεθος της συγκέντρωσης: funds της Pusula κατείχαν στις 18 Αυγούστου περίπου 38,67% της Gündoğdu Gıda και περίπου 25,6% της Katilimevim, ενώ funds της Tera κατείχαν στις αρχές Σεπτεμβρίου περίπου 39,4% των μετοχών της Destek Finans που βρίσκονταν σε ελεύθερη διασπορά.
Η SPK κατέθεσε μηνυτήριες αναφορές για πιθανή χειραγώγηση της αγοράς και επέβαλε διετή απαγόρευση συναλλαγών σε πρόσωπα που συνδέονται με τις επίμαχες κινήσεις. Παράλληλα, ο διεθνής πάροχος δεικτών MSCI είχε προειδοποιήσει ήδη από τον Ιούνιο για πιθανές συντονισμένες συναλλαγές στην τουρκική αγορά, ιδιαίτερα γύρω από τοποθετήσεις funds σε μικρότερες εισηγμένες εταιρείες. Ο οργανισμός είχε ζητήσει τότε μεγαλύτερη διαφάνεια ως προς τους πραγματικούς δικαιούχους των συναλλαγών και ενισχυμένη εποπτεία, μια προειδοποίηση που αποδείχθηκε προφητική με την εξέλιξη της κρίσης τουρκικών funds τις τελευταίες εβδομάδες.
Τι ακολουθεί
Η SPK αποφάσισε να παρατείνει την περίοδο εκκαθάρισης των 131 funds έως και έξι μήνες, αντί για τρεις που προβλέπονταν αρχικά, με στόχο να αποφευχθούν μαζικές πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές. Στη διαδικασία ρευστοποίησης έχουν εμπλακεί και οι τράπεζες İşbank και Ziraat Bank, οι οποίες έχουν αναλάβει ενεργό ρόλο στην εκκαθάριση των χαρτοφυλακίων. Το τελικό ποσό που θα επιστραφεί στους 455.758 επενδυτές δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί, με τις τουρκικές αρχές να επιδιώκουν χρόνο ώστε η διαδικασία να ολοκληρωθεί με τον λιγότερο δυνατό αντίκτυπο στην αγορά.




