Μια επιτροπή ενόρκων στη Σάντα Φε του Νέου Μεξικού έκρινε ότι η Meta Platforms παραπλάνησε συστηματικά τους κατοίκους της πολιτείας, ανοίγοντας τον δρόμο για πρόστιμο στη Meta που θα μπορούσε να φτάσει έως και τα 200 δισεκατομμύρια δολάρια. Η ετυμηγορία εκδόθηκε την Παρασκευή και αφορά υπόθεση που συνδέεται με την προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ το 2016. Η δίκη διήρκεσε δύο εβδομάδες στο δικαστήριο του Νέου Μεξικού και επικεντρώθηκε στον τρόπο διαχείρισης των προσωπικών δεδομένων εκατομμυρίων χρηστών του Facebook.
Διαβάστε επίσης: Ο Τραμπ προβλέπει συμφωνία ΗΠΑ-Κούβας χωρίς στρατιωτική δράση
Πώς προέκυψε η υπόθεση της Cambridge Analytica
Η αγωγή που οδήγησε στο πρόστιμο στη Meta κατατέθηκε το 2021 από τον Γενικό Εισαγγελέα του Νέου Μεξικού, τρία χρόνια αφότου δημοσιεύματα είχαν αποκαλύψει ότι η εταιρεία Cambridge Analytica συνέλεξε προσωπικά δεδομένα από έως και 87 εκατομμύρια χρήστες του Facebook μέσω μιας εφαρμογής τρίτου μέρους. Η συγκεκριμένη εταιρεία πολιτικών συμβούλων συμμετείχε στην προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ και απέκτησε πρόσβαση σε αυτά τα δεδομένα χωρίς τη συγκατάθεση των χρηστών. Η πολιτεία υποστήριξε ότι η Meta γνώριζε τους κινδύνους αλλά δεν ενημέρωσε επαρκώς τους χρήστες της.
Μετά από δίκη δύο εβδομάδων, η επιτροπή ενόρκων έκρινε ότι 26 από τις 29 δηλώσεις που είχε προσδιορίσει η πολιτεία ως παραπλανητικές ήταν όντως ψευδείς. Η κατηγορία αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο η Meta μοιραζόταν τα δεδομένα των χρηστών με τρίτες εταιρείες, καθώς και την εφαρμογή των πολιτικών της για τη ρητορική μίσους και την παραπληροφόρηση. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Νέου Μεξικού, το Facebook παρέλειψε να γνωστοποιήσει ότι πωλούσε δεδομένα χρηστών σε τρίτους και επέτρεπε τη διάδοση επιβλαβούς περιεχομένου όταν αυτό ωφελούσε τα οικονομικά της αποτελέσματα.
Το τελικό ύψος του προστίμου θα καθοριστεί τώρα από τον αρμόδιο δικαστή, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να επιβάλει έως 5.000 δολάρια ανά παράβαση, σύμφωνα με τη νομοθεσία της πολιτείας. Με βάση τον αριθμό των παραβάσεων που επιδιώκει να τεκμηριώσει ο Γενικός Εισαγγελέας, το συνολικό ποσό του προστίμου στη Meta μπορεί να ξεπεράσει τα 200 δισεκατομμύρια δολάρια, ένα ποσό πρωτοφανές για υπόθεση σχετική με την προστασία προσωπικών δεδομένων στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι αντιδράσεις Meta και εισαγγελίας
Εκπρόσωπος της Meta δήλωσε ότι η εταιρεία διαφωνεί ριζικά με την ετυμηγορία και θα συνεχίσει να υπερασπίζεται τη θέση της απέναντι σε όσα χαρακτήρισε προσπάθεια παραποίησης των στοιχείων της. «Οι πλατφόρμες της Meta αποτελούν χώρους ελεύθερης έκφρασης», ανέφερε ο εκπρόσωπος, προσθέτοντας ότι η εταιρεία έχει δικαίωμα βάσει της Πρώτης Τροποποίησης να διαχειρίζεται τις υπηρεσίες της με τρόπο που θεωρεί ότι εξυπηρετεί καλύτερα την κοινότητά της. Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο, η εταιρεία δίνει προτεραιότητα στην ελευθερία του λόγου, στην προστασία των πληροφοριών των χρηστών και στον έλεγχο που τους παρέχει πάνω στα δεδομένα τους.
Από την πλευρά της εισαγγελίας, ο Γενικός Εισαγγελέας του Νέου Μεξικού, Ραούλ Τόρεζ, μίλησε σε συνέντευξη Τύπου αμέσως μετά την ανακοίνωση της ετυμηγορίας. Ο ίδιος τόνισε ότι η δίκη αποκάλυψε με «συγκλονιστική λεπτομέρεια» τον τρόπο με τον οποίο η εταιρεία παραβίαζε ανενόχλητα τους κανόνες προστασίας δεδομένων. Η δήλωση αυτή αντανακλά τη γενικότερη στάση αρκετών πολιτειακών αρχών στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες τα τελευταία χρόνια έχουν εντείνει τον έλεγχο απέναντι στις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες για ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων. Η υπόθεση αυτή θεωρείται μία από τις πιο κρίσιμες νομικές αναμετρήσεις που έχει αντιμετωπίσει η Meta στο εσωτερικό των ΗΠΑ.
Τι ακολουθεί για τη Meta
Η υπόθεση περνά πλέον στο επόμενο στάδιο, όπου ο δικαστής που εκδίκασε την υπόθεση θα κληθεί να αποφασίσει το ακριβές ύψος του χρηματικού προστίμου με βάση τις 26 παραβάσεις που επιβεβαίωσε η επιτροπή ενόρκων. Η Meta έχει ήδη δηλώσει ότι θα συνεχίσει να αμφισβητεί την απόφαση, γεγονός που ανοίγει το ενδεχόμενο νέων νομικών διαδικασιών και πιθανής έφεσης. Το τελικό ποσό του προστίμου στη Meta αναμένεται να προσδιοριστεί τις επόμενες εβδομάδες, με τη νομική κοινότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να παρακολουθεί στενά την εξέλιξη, καθώς η απόφαση ενδέχεται να αποτελέσει προηγούμενο για ανάλογες υποθέσεις κατά μεγάλων τεχνολογικών ομίλων.




