Νέα μήνυση για την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών κατέθεσε σήμερα, 28 Σεπτεμβρίου 2026, στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών ο δημοσιογράφος και πρώην ευρωβουλευτής Στέλιος Κούλογλου. Η καταγγελία αφορά το κατασκοπευτικό λογισμικό Pegasus και όχι το Predator, ανοίγοντας έναν νέο κύκλο διερεύνησης του σκανδάλου των υποκλοπών Pegasus στην Ελλάδα. Ο πρώην ευρωβουλευτής υποστηρίζει ότι η τηλεφωνική του συσκευή παγιδεύτηκε αποδεδειγμένα με το εν λόγω λογισμικό κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Τη μήνυση συνόδευσε ο δικηγόρος του, Ζαχαρίας Κεσσές.
Η καταγγελία στην Εισαγγελία
Ο Στέλιος Κούλογλου κατέθεσε το δικόγραφό του στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, στρεφόμενος κατά των υπευθύνων της ισραηλινής κατασκευάστριας εταιρείας NSO, δημιουργού του λογισμικού Pegasus. Η μήνυση αφορά τα αδικήματα της παραβίασης του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας, της παράνομης πρόσβασης σε σύστημα πληροφοριών ή σε δεδομένα, καθώς και την παράβαση του νόμου περί προσωπικών δεδομένων. Αρκετά από τα αδικήματα αυτά διώκονται σε βαθμό κακουργήματος. Σύμφωνα με τον δικηγόρο του μηνυτή, η κίνηση αυτή έχει πρόσθετη αξία, καθώς αποδεικνύει με σαφήνεια ότι οι παρακολουθήσεις συνεχίστηκαν και μετά την υπόθεση του Predator, για την οποία έχουν ήδη καταδικαστεί σε πρώτο βαθμό τέσσερις ιδιώτες.

Η παραβίαση της συσκευής του Κούλογλου διαπιστώθηκε ύστερα από εξειδικευμένη εγκληματολογική εξέταση που διενήργησε το διεθνώς αναγνωρισμένο εργαστήριο Citizen Lab, το οποίο λειτουργεί στο πλαίσιο της Σχολής Παγκόσμιων Υποθέσεων και Δημόσιας Πολιτικής Munk του Πανεπιστημίου του Τορόντο. Η εξέταση κατέδειξε ότι η συσκευή μολύνθηκε επιτυχώς με το λογισμικό Pegasus στις ή περί τις 21 Οκτωβρίου 2022, καθώς και εκ νέου στις 6 και 7 Μαρτίου 2023. Οι δύο αυτές χρονικές περίοδοι, όπως τονίζεται στη μήνυση, συμπίπτουν με κρίσιμες φάσεις των εργασιών της Εξεταστικής Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Πώς παγιδεύτηκε η συσκευή του
Ο Κούλογλου εξηγεί στη μήνυσή του ότι χρησιμοποιούσε την παγιδευμένη συσκευή κατά τη διάρκεια της θητείας του ως μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και συγκεκριμένα την περίοδο που συμμετείχε ως αναπληρωματικό μέλος στην Εξεταστική Επιτροπή PEGA, η οποία είχε συσταθεί για τη διερεύνηση της χρήσης των κατασκοπευτικών λογισμικών Pegasus, Predator και άλλων αντίστοιχων εργαλείων παρακολούθησης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το δικόγραφο, οι δράστες απέκτησαν πρόσβαση σχεδόν στο σύνολο των προσωπικών του δεδομένων, όπως επικοινωνίες, επαφές, φωτογραφίες, ημερολόγια, έγγραφα και στοιχεία γεωεντοπισμού. Ανάμεσα στα δεδομένα αυτά περιλαμβάνονταν επίσης ειδικές κατηγορίες προσωπικών πληροφοριών, όπως δεδομένα υγείας, καθώς και στοιχεία που αφορούσαν την επαγγελματική και πολιτική του δραστηριότητα ως μέλους της Επιτροπής PEGA.

Στη μήνυση αναφέρεται ακόμη ότι οι δράστες είχαν τη δυνατότητα να ενεργοποιούν ανά πάσα στιγμή την κάμερα του κινητού τηλεφώνου του Κούλογλου, αποκτώντας έτσι πρόσβαση σε κάθε στιγμή της ιδιωτικής του ζωής. Ο μηνυτής επικαλείται την παράγραφο 5 του άρθρου 38 του Ν. 4624/2019, υποστηρίζοντας ότι η παράνομη επεξεργασία των δεδομένων του ήταν αντικειμενικά ικανή να δημιουργήσει κίνδυνο για την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, δεδομένου ότι έλαβε χώρα ενόσω συμμετείχε στις εργασίες της Εξεταστικής Επιτροπής. Όπως σημειώνει, η πρόσβαση σε επικοινωνίες και έγγραφα που σχετίζονταν με το έργο της επιτροπής ήταν ικανή να επηρεάσει την ανεξάρτητη άσκηση των κοινοβουλευτικών του καθηκόντων και την ελεύθερη διερεύνηση υποθέσεων δημοσίου ενδιαφέροντος.
Οι δηλώσεις του Κούλογλου και το ιστορικό της υπόθεσης
Σε δήλωσή του μετά την κατάθεση της μήνυσης, ο Στέλιος Κούλογλου τόνισε ότι είναι «πολύ δυσάρεστο να παρακολουθείται η προσωπική ζωή κάποιου, που είναι το τελευταίο καταφύγιο του ανθρώπου». Ο δημοσιογράφος συμπλήρωσε ότι το ζήτημα των υποκλοπών αφορά όλους τους πολίτες και όχι μόνο τα άμεσα θύματα παρακολούθησης. Ιδιαίτερη βαρύτητα, όπως επεσήμανε, έχει το γεγονός ότι οι δύο περίοδοι παρακολούθησής του συνέπεσαν χρονικά με κρίσιμες συνεδριάσεις της Επιτροπής PEGA, στις οποίες συμμετείχε ενεργά.
Η νέα αυτή νομική κίνηση διαφοροποιείται από την προηγούμενη υπόθεση του Predator, στο πλαίσιο της οποίας τέσσερις ιδιώτες έχουν ήδη καταδικαστεί σε πρώτο βαθμό. Η μήνυση κατά της NSO για το λογισμικό Pegasus αποδεικνύει, σύμφωνα με την πλευρά του μηνυτή, ότι οι παρακολουθήσεις δημοσιογράφων και πολιτικών προσώπων συνεχίστηκαν και μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου με το Predator. Η υπόθεση αναμένεται να απασχολήσει εκ νέου την ελληνική δικαιοσύνη, καθώς αφορά αδικήματα που φτάνουν σε βαθμό κακουργήματος και εμπλέκουν διεθνή εταιρεία κατασκευής κατασκοπευτικού λογισμικού.




