Ο Τραμπ πρότεινε στην Κίνα να αγοράσει αμερικανικά όπλα
Διεθνή

Ο Τραμπ πρότεινε στην Κίνα να αγοράσει αμερικανικά όπλα

28 Σεπτεμβρίου 2026|4 λεπτά ανάγνωση

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, φέρεται να πρότεινε στον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ να εξετάσει το ενδεχόμενο αγοράς αμερικανικών όπλων. Την αποκάλυψη έκανε ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Κίνα, Ντέιβιντ Περντιού, σε συνέντευξή του στο Fox News την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026. Η πρόταση για αγορά αμερικανικών όπλων έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το Πεκίνο συνεχίζει να αντιδρά έντονα στις πωλήσεις αμερικανικού στρατιωτικού εξοπλισμού προς την Ταϊβάν. Το ζήτημα παραμένει ένα από τα βασικότερα σημεία τριβής στις σχέσεις Ουάσιγκτον και Πεκίνου.

Διαβάστε επίσης: Η Κίνα παρατείνει την εμπορική εκεχειρία με τις ΗΠΑ

Η πρόταση για αμερικανικά όπλα προς την Κίνα

Σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Περντιού, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επισημάνει επανειλημμένα στον Κινέζο πρόεδρο ότι οι ΗΠΑ πωλούν όπλα σε δεκάδες χώρες σε όλο τον κόσμο. Ο Αμερικανός πρόεδρος, όπως ανέφερε ο πρεσβευτής, ρώτησε ευθέως τον Σι Τζινπίνγκ εάν το Πεκίνο θα ενδιαφερόταν να αγοράσει αμερικανικό στρατιωτικό εξοπλισμό. Η φράση που φέρεται να χρησιμοποίησε ο Τραμπ ήταν χαρακτηριστική: «Πουλάμε όπλα σε άλλες χώρες, σε όλο τον κόσμο». Ο πρεσβευτής δεν διευκρίνισε την ακριβή ημερομηνία κατά την οποία έγινε αυτή η συνομιλία μεταξύ των δύο ηγετών.

Παράλληλα με αυτή την πρόταση, οι συζητήσεις για νέες πωλήσεις αμερικανικών όπλων στην Ταϊβάν συνεχίζονται κανονικά. Ο Περντιού ανέφερε ότι το ζήτημα τίθεται σε κάθε συνάντηση των δύο ηγετών και ότι η θέση της Ουάσιγκτον δεν έχει αλλάξει. Τον περασμένο Δεκέμβριο, η κυβέρνηση Τραμπ είχε ανακοινώσει πακέτο πωλήσεων ύψους 11,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων προς την Ταϊπέι, το μεγαλύτερο που έχει εγκριθεί ποτέ για το νησί. Το πακέτο περιλαμβάνει συστήματα HIMARS, αυτοκινούμενα πυροβόλα, αντιαρματικούς πυραύλους και μη επανδρωμένα συστήματα.

Ο Ντέιβιντ Περντιού τόνισε μάλιστα ότι η κυβέρνηση Τραμπ έχει πουλήσει περισσότερα όπλα στην Ταϊβάν από οποιαδήποτε άλλη αμερικανική κυβέρνηση από το 1979 μέχρι σήμερα, έτος κατά το οποίο οι ΗΠΑ διέκοψαν τις επίσημες διπλωματικές σχέσεις με την Ταϊπέι. Η δήλωση αυτή αναδεικνύει την έκταση της αμερικανικής στρατιωτικής υποστήριξης προς το νησί, παρά τις συνεχείς αντιδράσεις του Πεκίνου.

Ο Τραμπ και ο Σι Τζινπίνγκ σε συνομιλία

Το αγκάθι της Ταϊβάν στις σχέσεις Ουάσιγκτον – Πεκίνου

Οι πωλήσεις αμερικανικών όπλων στην Ταϊβάν αποτελούν σταθερή πηγή έντασης ανάμεσα στις δύο μεγάλες δυνάμεις. Η Κίνα θεωρεί το νησί αναπόσπαστο κομμάτι της επικράτειάς της και έχει δηλώσει αποφασισμένη να το επανενώσει, χωρίς να αποκλείει τη χρήση βίας. Τον περασμένο Ιούνιο, το Πεκίνο είχε προειδοποιήσει ανοιχτά την Ταϊβάν να μην επιδιώξει «ανεξαρτησία υποστηριζόμενη από τις ΗΠΑ ή με τη χρήση στρατιωτικής βίας», επαναλαμβάνοντας τη γνωστή θέση της κινεζικής ηγεσίας.

Από την πλευρά της, η Ουάσιγκτον διατηρεί ανεπίσημες σχέσεις με την Ταϊπέι, χωρίς να αναγνωρίζει επίσημα την ανεξαρτησία της. Ωστόσο, η αμερικανική νομοθεσία υποχρεώνει κάθε κυβέρνηση των ΗΠΑ να προμηθεύει το νησί με αμυντικό εξοπλισμό, ώστε να διασφαλίζεται η ικανότητά του να αμυνθεί σε περίπτωση επίθεσης. Αυτή η νομική δέσμευση εξηγεί γιατί οι πωλήσεις όπλων συνεχίζονται ανεξάρτητα από τις εντάσεις με το Πεκίνο.

Ο Ντέιβιντ Περντιού μίλησε επίσης για τις ευρύτερες συνομιλίες ανάμεσα στον Τραμπ και τον Σι Τζινπίνγκ, οι οποίες σύμφωνα με τον ίδιο άγγιξαν και άλλα ζητήματα, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, το Ιράν και το εμπόριο. Η πρόταση για αμερικανικά όπλα φαίνεται να εντάσσεται σε μια προσπάθεια της αμερικανικής πλευράς να μειώσει τις κινεζικές ανησυχίες, χωρίς ωστόσο να υποχωρήσει από τη στρατηγική στήριξης προς την Ταϊβάν.

Τι ακολουθεί στις διαπραγματεύσεις

Σύμφωνα με τον Αμερικανό πρεσβευτή, οι συζητήσεις για νέες πωλήσεις εξοπλισμού στην Ταϊβάν βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και αναμένεται να συνεχιστούν στις επόμενες συναντήσεις των δύο ηγετών. Το ζήτημα των αμερικανικών όπλων και η στάση του Πεκίνου απέναντι στην Ταϊπέι αναμένεται να παραμείνουν στο επίκεντρο κάθε επαφής ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και το Πεκίνο, καθώς κανένα από τα δύο μέρη δεν φαίνεται διατεθειμένο να μεταβάλει τη βασική του θέση.

Σχετικά άρθρα