Το υψηλό ενεργειακό κόστος βρέθηκε στο επίκεντρο της ομιλίας της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μίλησε ενόψει του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 15 και 16 Οκτωβρίου, περιγράφοντας το ζήτημα ως κάτι που «μας επηρεάζει όλους». Στην τοποθέτησή της ανέλυσε τόσο τα βραχυπρόθεσμα μέτρα στήριξης όσο και τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις που χρειάζεται η Ευρώπη για να μειώσει την εξάρτησή της από τα ορυκτά καύσιμα.
Αύξηση 140% στις τιμές φυσικού αερίου
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η κ. Φον ντερ Λάιεν, από τα τέλη Φεβρουαρίου οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν αυξηθεί κατά 140%, ενώ οι τιμές του πετρελαίου κίνησης έχουν διπλασιαστεί. Η επιβάρυνση για την Ευρώπη υπολογίζεται σε επιπλέον 100 δισεκατομμύρια ευρώ, χωρίς να έχει εισαχθεί ούτε ένα επιπλέον μόριο ενέργειας. «Οι επιχειρήσεις βρίσκονται υπό μεγάλη πίεση, οι πολίτες δυσκολεύονται να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους», ανέφερε χαρακτηριστικά, προειδοποιώντας ότι η κατάσταση ενδέχεται να επιδεινωθεί με την πλησίαση του χειμώνα.
Η πρόεδρος της Κομισιόν εξήγησε ότι το κόστος διαφέρει σημαντικά ανάλογα με το ενεργειακό μείγμα κάθε χώρας. Σε κράτος μέλος που εξαρτάται περισσότερο από το φυσικό αέριο, η μεγαβατώρα κοστίζει περίπου 145 ευρώ, ενώ σε άλλο κράτος μέλος, με μεγαλύτερη συμμετοχή της πυρηνικής ενέργειας και των ανανεώσιμων πηγών, η ίδια μεγαβατώρα κοστίζει μόλις 70 ευρώ. Για αυτό, όπως τόνισε, «δεν υπάρχει μία και μοναδική λύση για ολόκληρη την ΕΕ», αλλά χρειάζονται διαφορετικά εργαλεία ανά κράτος μέλος, ανάλογα με το ενεργειακό μείγμα και τις ανάγκες της κάθε χώρας.

Η κ. Φον ντερ Λάιεν υπογράμμισε επίσης την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην απεξάρτηση από τη Ρωσία. Η εξάρτηση της ΕΕ από το ρωσικό αέριο μειώθηκε από 45% το 2022 σε 12% σήμερα, με στόχο να μηδενιστεί έως το τέλος του έτους. Παράλληλα, πάνω από το 70% της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνεται στην ΕΕ προέρχεται πλέον από καθαρές πηγές, εξέλιξη που η ίδια παρουσίασε ως απόδειξη ότι οι σημερινές αποφάσεις πρέπει να ακολουθούν την ίδια λογική επενδύσεων στην ανθεκτικότητα.
Στήριξη νοικοκυριών και νέα εργαλεία προμηθειών
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ξεκαθάρισε πως ο ρόλος των Βρυξελλών είναι να δώσει στα κράτη μέλη «τα εργαλεία και την ευελιξία ώστε να ανταποκριθούν». Τάχθηκε υπέρ της στοχευμένης στήριξης των νοικοκυριών με μεγαλύτερη ανάγκη, αναφέροντας ως παράδειγμα τα ενεργειακά κουπόνια που έχουν εφαρμοστεί στη Γαλλία και τη Ρουμανία. Σε επίπεδο προσφοράς ενέργειας, ανέφερε ότι η G7 συμφώνησε να διαθέσει 100 εκατομμύρια βαρέλια ντίζελ και αργού πετρελαίου, ενώ η ΕΕ θα παρατείνει για έναν ακόμη χρόνο την ευελιξία για τους εξαγωγείς σχετικά με το μεθάνιο και θα ξεκινήσει στρατηγικό διάλογο για τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια.
Ανακοίνωσε, παράλληλα, τη δημιουργία ειδικής ομάδας δράσης με στόχο τη συγκέντρωση της ενεργειακής ζήτησης, ώστε τα κράτη μέλη να προχωρήσουν σε κοινές προμήθειες ενέργειας και να αξιοποιηθεί καλύτερα η συνολική αγοραστική δύναμη της ΕΕ. Όπως σημείωσε, παρά την αύξηση της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές, μεγάλο μέρος της νέας δυναμικότητας παραμένει εκτός δικτύου, γεγονός που απαιτεί επείγουσες επενδύσεις στα ευρωπαϊκά δίκτυα ώστε η καθαρή ενέργεια να φτάνει εκεί όπου χρειάζεται.
Η κ. Φον ντερ Λάιεν αναφέρθηκε και στο Σχέδιο Δράσης για την Ηλεκτροδότηση, το οποίο προβλέπει διπλασιασμό του μεριδίου της ηλεκτρικής ενέργειας στην τελική κατανάλωση έως το 2040. Σύμφωνα με την ίδια, η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να μειώσει τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων κατά 260 δισεκατομμύρια ευρώ. Έκλεισε την τοποθέτησή της επαναλαμβάνοντας ότι, βραχυπρόθεσμα, προτεραιότητα είναι η στήριξη των κρατών μελών απέναντι στην άμεση πίεση, ενώ μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα απαιτούνται διαρθρωτικές επενδύσεις που θα μειώσουν την έκθεση της Ευρώπης στις ασταθείς διεθνείς αγορές ορυκτών καυσίμων.




