Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ενέκρινε την εκτέλεση διά τυφεκισμού του Νιντάλ Μαλίκ Χασάν, του πρώην στρατιωτικού ψυχιάτρου που καταδικάστηκε σε θάνατο για τη σφαγή με 13 νεκρούς στη στρατιωτική βάση Φορτ Χουντ του Τέξας το 2009. Την απόφαση ανακοίνωσε τη Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026 ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου Σον Παρνέλ, μετά την εισήγηση του υπουργού Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ. Εφόσον πραγματοποιηθεί, η εκτέλεση θα είναι η πρώτη που διενεργούν οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις εδώ και 65 χρόνια.
Διαβάστε επίσης: Ο Τραμπ χαλαρώνει τους φόρους στο «κόκκινο» ντίζελ
Η εισήγηση Χέγκσεθ και η εκτέλεση διά τυφεκισμού
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Πενταγώνου, ο υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ συνέστησε και ο πρόεδρος Ντόναλντ Τζ. Τραμπ ενέκρινε την εκτέλεση διά τυφεκισμού από στρατιωτικό εκτελεστικό απόσπασμα του καταδικασμένου τρομοκράτη Νιντάλ Μαλίκ Χασάν, όπως ανέφερε ο Σον Παρνέλ μέσω της πλατφόρμας X. Η ημερομηνία και η τοποθεσία δεν έχουν ακόμη καθοριστεί και, όπως διευκρινίστηκε, θα γνωστοποιηθούν σε μεταγενέστερο χρόνο. Αρμόδιος για τον καθορισμό του χρόνου και του τόπου θα είναι ο υπουργός Στρατού. Σύμφωνα με τον ισχύοντα σχεδιασμό του αμερικανικού στρατού, η εκτέλεση πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός 150 ημερών από την προεδρική έγκριση, όχι όμως νωρίτερα από 60 ημέρες.

Η υπόθεση του Χασάν παρέμενε επί χρόνια στα στρατιωτικά και ομοσπονδιακά δικαστήρια, καθώς η θανατική ποινή στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις συνοδεύεται από μακρά διαδικασία υποχρεωτικών ελέγχων και εφέσεων. Το τελευταίο νομικό εμπόδιο αφαιρέθηκε το 2025, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ αρνήθηκε να εξετάσει την τελευταία προσφυγή του. Ακόμη και μετά την ολοκλήρωση των δικαστικών διαδικασιών, μια στρατιωτική θανατική καταδίκη στις ΗΠΑ δεν μπορεί να εκτελεστεί χωρίς την έγκριση του προέδρου, κάτι που συνέβη πλέον επίσημα με την υπογραφή του Τραμπ.
Η σφαγή στο Φορτ Χουντ το 2009
Ο Νιντάλ Χασάν, Αμερικανός γεννημένος στις ΗΠΑ με παλαιστινιακή καταγωγή και πρώην ταγματάρχης-ψυχίατρος του αμερικανικού στρατού, άνοιξε πυρ στις 5 Νοεμβρίου 2009 μέσα στο ιατρικό κέντρο της στρατιωτικής βάσης Φορτ Χουντ, όπου βρίσκονταν στρατιωτικοί που προετοιμάζονταν για αποστολή στο εξωτερικό. Από την επίθεση σκοτώθηκαν 13 άνθρωποι —12 στρατιωτικοί και ένας πολίτης— ενώ άλλοι 32 τραυματίστηκαν. Ο ίδιος είχε δηλώσει ότι στόχος του ήταν να εμποδίσει Αμερικανούς στρατιωτικούς να συμμετάσχουν στους πολέμους στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, τους οποίους θεωρούσε «παράνομους», και είχε χαρακτηριστεί «μοναχικός λύκος» πιστός στην Αλ Κάιντα.

Κατά τη διάρκεια της επίθεσης, ο Χασάν τραυματίστηκε από πυρά αστυνομικού και έκτοτε παραμένει εν μέρει παράλυτος από τη μέση και κάτω. Το 2013 καταδικάστηκε στην εσχάτη των ποινών από στρατοδικείο, αφού κρίθηκε ένοχος για 13 ανθρωποκτονίες εκ προμελέτης και 32 απόπειρες ανθρωποκτονίας. Από τότε κρατείται στη στρατιωτική φυλακή του Φορτ Λέβενγουορθ στο Κάνσας, περιμένοντας την εκτέλεση της ποινής του.
Πρώτη στρατιωτική εκτέλεση μετά από 65 χρόνια
Η τελευταία φορά που οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις προχώρησαν σε εκτέλεση καταδικασμένου ήταν το 1961, όταν εκτελέστηκε ο στρατιώτης Τζον Μπένετ, καταδικασμένος για βιασμό και απόπειρα δολοφονίας 11χρονου κοριτσιού στην Αυστρία. Ο αμερικανικός στρατός είχε ήδη αρχίσει να προετοιμάζεται για ενδεχόμενη επανέναρξη των στρατιωτικών εκτελέσεων, μέσα από εσωτερικό σχέδιο με την ονομασία «Operation Resolute Justice», το οποίο εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2026 και καθορίζει τις διαδικασίες που ακολουθούνται όταν ένας πρόεδρος εγκρίνει στρατιωτική θανατική ποινή.

Ο Σον Παρνέλ σχολίασε μέσω X ότι η ημέρα της κρίσης για τον Χασάν έφτασε επιτέλους, ενώ ο υπουργός Πιτ Χέγκσεθ χαρακτήρισε την απόφαση «δικαιοσύνη». Η εξέλιξη έχει προκαλέσει έντονη συζήτηση στις ΗΠΑ, καθώς η εκτέλεση διά τυφεκισμού αποτελεί σπάνια επιλογή μεθόδου για στρατιωτική θανατική ποινή, με το Πεντάγωνο να την περιλαμβάνει ρητά στην ανακοίνωσή του.
Μέχρι να οριστεί επίσημα η ημερομηνία, αρμόδιος παραμένει ο υπουργός Στρατού, ο οποίος οφείλει να κινηθεί εντός του χρονικού πλαισίου που προβλέπει ο στρατιωτικός κανονισμός, δηλαδή όχι νωρίτερα από 60 ημέρες και το αργότερο έως 150 ημέρες μετά την προεδρική έγκριση.





