Το οικονομικό άγχος έχει γίνει καθημερινό συναίσθημα για εκατομμύρια νέους της Gen Z, της γενιάς που σήμερα περιλαμβάνει άτομα ηλικίας 14 έως 29 ετών. Η τεχνητή νοημοσύνη απειλεί θέσεις εργασίας, η αγορά κατοικίας μοιάζει απρόσιτη και η σύνταξη φαντάζει σαν ένα μέλλον που δεν θα έρθει ποτέ για πολλούς νέους ανθρώπους. Ωστόσο, νέα στοιχεία δείχνουν μια εικόνα πολύ πιο σύνθετη από αυτήν που επικρατεί στη δημόσια συζήτηση γύρω από το οικονομικό άγχος αυτής της γενιάς. Παρά τους φόβους, τα νούμερα δείχνουν ότι η Gen Z δεν τα πηγαίνει απαραίτητα χειρότερα από τις προηγούμενες γενιές.
Τι δείχνουν τα στοιχεία για την αποταμίευση και τη σύνταξη
Οι νεαροί Αμερικανοί επενδύουν νωρίτερα από τις προηγούμενες γενιές, με τη μέση ηλικία έναρξης να βρίσκεται περίπου στα 19 χρόνια, δηλαδή έξι χρόνια νωρίτερα από τους Millennials. Παράλληλα, σύμφωνα με μελέτη της Vanguard, το 47% των εργαζομένων της Gen Z βρίσκεται σε τροχιά επιτυχούς συνταξιοδότησης, έναντι 40% των baby boomers. Η αντίφαση είναι εμφανής: μια γενιά που σε συγκεκριμένους οικονομικούς δείκτες τα πηγαίνει καλύτερα από τους προκατόχους της, αισθάνεται ταυτόχρονα ότι μένει πίσω και ζει με μόνιμη αβεβαιότητα.
Η εξήγηση βρίσκεται εν μέρει στο περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε αυτή η γενιά. Η πανδημία, ο πληθωρισμός, η αύξηση των επιτοκίων και η εκτόξευση του κόστους στέγασης έχουν δημιουργήσει ένα κλίμα μόνιμης ανασφάλειας. Μόνο την τελευταία πενταετία, οι τιμές των κατοικιών στις ΗΠΑ αυξήθηκαν κατά περισσότερο από 45% κατά μέσο όρο, σύμφωνα με στοιχεία της Zillow. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση η εικόνα είναι ακόμη πιο έντονη, καθώς οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν κατά 60,5% από το 2010 έως το δεύτερο τρίμηνο του 2025, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat. Με τέτοιους αριθμούς, είναι λογικό η αγορά πρώτης κατοικίας να φαντάζει στους περισσότερους νέους σαν ανέφικτος στόχος.
Η ιστορία ενός 25χρονου και το παράδοξο της αποταμίευσης
Χαρακτηριστική είναι η εμπειρία ενός 25χρονου δημοσιογράφου, ο οποίος, όπως ανέφερε στο Business Insider, εργαζόταν σε τρεις δουλειές ταυτόχρονα κατά τη διάρκεια των σπουδών του. Μέσα από αυτή την προσπάθεια κατάφερε να αποταμιεύσει περισσότερα από 100.000 δολάρια, ξεπερνώντας έναν στόχο που είχε θέσει από νεαρή ηλικία. Ωστόσο, η επίτευξη αυτού του στόχου δεν του έφερε την ανακούφιση που περίμενε. Αντίθετα, αμέσως μετά εμφανίστηκε ένας νέος στόχος, τα επόμενα 100.000 δολάρια, ενώ ακόμη και μια μικρή «περιττή» αγορά μπορούσε να του προκαλέσει ενοχές.
Η περίπτωσή του αναδεικνύει ένα από τα παράδοξα της σύγχρονης οικονομικής ζωής: η γνώση γύρω από τα χρήματα και η πειθαρχία στην αποταμίευση μπορούν να βοηθήσουν έναν νέο άνθρωπο να χτίσει ασφάλεια, αλλά ταυτόχρονα μπορούν να ενισχύσουν το άγχος αντί να το μειώσουν. Ακόμη και όσοι έχουν καλό εισόδημα δεν αισθάνονται απαραίτητα ασφαλείς, καθώς το κόστος διαβίωσης και η σύγκριση με ανθρώπους που κερδίζουν περισσότερα δημιουργούν την αίσθηση ότι κανένα εισόδημα δεν είναι αρκετό. Το οικονομικό άγχος της Gen Z φαίνεται έτσι να πηγάζει λιγότερο από την πραγματική οικονομική τους κατάσταση και περισσότερο από τον τρόπο με τον οποίο τη βιώνουν.
Τα δεδομένα δείχνουν ότι η Gen Z αποταμιεύει νωρίτερα, επενδύει πιο συστηματικά και σε αρκετές περιπτώσεις βρίσκεται σε καλύτερη τροχιά συνταξιοδότησης από τις προηγούμενες γενιές. Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν αυτή η γνώση θα καταφέρει τελικά να μειώσει το αίσθημα ανασφάλειας που συνοδεύει καθημερινά τους νέους ανθρώπους, ή αν το οικονομικό άγχος θα συνεχίσει να λειτουργεί ανεξάρτητα από τους πραγματικούς αριθμούς.




