Η αιγυπτιακή δικαιοσύνη άσκησε διώξεις σε βάρος έξι δημοσιογράφων στην Αίγυπτο, κατηγορώντας τους για αδικήματα βάσει της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας και για δεσμούς με την εκτός νόμου οργάνωση των Αδελφών Μουσουλμάνων. Οι δημοσιογράφοι, μέλη της συντακτικής ομάδας του ιστοτόπου ελέγχου γεγονότων Matsadaash, συνελήφθησαν σε σειρά εφόδων στις 28 και 29 Σεπτεμβρίου. Οι εισαγγελείς υποστηρίζουν ότι οι έξι λάμβαναν χρηματοδότηση από το εξωτερικό με στόχο τη διασπορά «ψευδών ειδήσεων». Η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από διεθνείς οργανώσεις υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Οι συλλήψεις των δημοσιογράφων στην Αίγυπτο
Σύμφωνα με το ίδιο το μέσο ενημέρωσης και οργανώσεις υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όλη η συντακτική ομάδα του Matsadaash -που σημαίνει «μην πιστεύεις» στα αραβικά- βρέθηκε αντιμέτωπη με εφόδους των αρχών μέσα σε δύο ημέρες. Ο ιστότοπος ιδρύθηκε το 2018 και ειδικεύεται στην επαλήθευση πληροφοριών, δηλώνοντας δέσμευση στην «επαλήθευση πληροφοριών και στη διόρθωση ψευδών δηλώσεων, όποια κι αν είναι η πηγή τους». Η φύση της δουλειάς του τον είχε οδηγήσει επανειλημμένα να αμφισβητεί ανακοινώσεις αιγυπτιακών αρχών και κρατικών θεσμών.

Οι εισαγγελείς υποστηρίζουν ότι η υπόθεση προέκυψε από έρευνες για τη δραστηριότητα στελεχών των Αδελφών Μουσουλμάνων που βρίσκονται στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τη δικαστική αρχή, μέλη της οργάνωσης δημιούργησαν διαδικτυακές πλατφόρμες με στόχο τη διάδοση φημών και «ψευδών ειδήσεων», την υπονόμευση της εμπιστοσύνης στους κρατικούς θεσμούς και την κινητοποίηση πολιτών σε διαδηλώσεις. Οι έξι δημοσιογράφοι, προσθέτουν οι εισαγγελείς, λάμβαναν μηνιαία χρηματοδότηση σε συνάλλαγμα από εταιρεία που ανήκει σε μέλος των Αδελφών Μουσουλμάνων το οποίο ζει στο εξωτερικό. Ο ιστότοπος έχει απορρίψει τις κατηγορίες, επικαλούμενος οκτώ χρόνια δημοσιογραφικού έργου ελέγχου γεγονότων. Ανάμεσα στις πιο πρόσφατες διορθώσεις που είχε δημοσιεύσει ήταν, στις 27 Σεπτεμβρίου 2026, η αποκατάσταση παραπληροφόρησης σχετικά με την ανάθεση αρμοδιοτήτων του προέδρου Αμπντέλ Φάταχ αλ Σίσι στον υπουργό Άμυνας και Στρατιωτικής Παραγωγής, αντιστράτηγο Ασράφ Σαλέμ, για διάστημα ενός έτους που ξεκινά τον Νοέμβριο του 2026, βάσει του νόμου περί γενικής επιστράτευσης. Λιγότερο από δύο εβδομάδες πριν, είχε επίσης διορθώσει δημοσιεύματα που συνέδεαν την κατασκευή του φράγματος της Αναγέννησης με αποφάσεις του προέδρου Σίσι.
Αντιδράσεις και καταγγελίες για κακομεταχείριση
Η υπόθεση έχει κινητοποιήσει διεθνείς φορείς προστασίας δημοσιογράφων. Η οργάνωση Human Rights Watch προσχώρησε σε κοινή έκκληση μαζί με 80 οργανώσεις που ζητούν την απελευθέρωση των έξι δημοσιογράφων, επισημαίνοντας ότι επρόκειτο για ολόκληρη τη σύνταξη της ερευνητικής πλατφόρμας. Η οργάνωση Index on Censorship δημοσίευσε κείμενο σχετικά με την υπόθεση, σημειώνοντας ότι η Αίγυπτος καταγράφεται ως μία από τις χώρες με τις περισσότερες φυλακίσεις δημοσιογράφων παγκοσμίως.
Παράλληλα, η Αιγυπτιακή Πρωτοβουλία για τα Ατομικά Δικαιώματα (EIPR) κατήγγειλε ότι οι δημοσιογράφοι υπέστησαν «διάφορες μορφές βασανιστηρίων και κακομεταχείρισης» με στόχο την απόσπαση ομολογιών κατά τη διάρκεια της κράτησής τους. Το αιγυπτιακό υπουργείο Εσωτερικών διέψευσε τις καταγγελίες αυτές, χωρίς ωστόσο να δοθούν περαιτέρω διευκρινίσεις για τις συνθήκες κράτησης των έξι. Η υπόθεση των δημοσιογράφων στην Αίγυπτο παραμένει σε εκκρεμότητα, με τις διεθνείς οργανώσεις να συνεχίζουν να ασκούν πίεση για την αποδέσμευσή τους.




