Η Wall Street έκλεισε με μεικτά πρόσημα την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου, με την άνοδο πετρελαίου και τις πιέσεις στις τεχνολογικές μετοχές να ενισχύουν την επιφυλακτικότητα των επενδυτών για τον πληθωρισμό και την πορεία των επιτοκίων στις ΗΠΑ. Ο Dow Jones κατάφερε να κλείσει σε θετικό έδαφος, ωστόσο ο S&P 500 και ο Nasdaq υποχώρησαν, με τον τεχνολογικό δείκτη να καταγράφει τη δεύτερη συνεχόμενη συνεδρίαση απωλειών. Στο επίκεντρο βρέθηκαν οι αποκαλύψεις για τα έσοδα της OpenAI, η αναταραχή στην αγορά ομολόγων και η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή.
Διαβάστε επίσης: Νέες απώλειες στη Wall Street λόγω εσόδων της OpenAI
Πετρέλαιο και μετοχές τεχνολογίας πίεσαν τους δείκτες
Το αμερικανικό αργό West Texas Intermediate ενισχύθηκε κατά 3,6%, κλείνοντας στα 91,49 δολάρια το βαρέλι, ενώ το Brent σημείωσε άνοδο 4,1%, στα 104,28 δολάρια, αφού ενδοσυνεδριακά είχε αγγίξει τα 105 δολάρια. Η κλιμάκωση στις τιμές οφείλεται στις εντάσεις στη Μέση Ανατολή, με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να δηλώνει ότι δεν επιθυμεί συμφωνία με το Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου, ενώ πληροφορίες έκαναν λόγο για προετοιμασία των ΗΠΑ για «μαζικούς βομβαρδισμούς» στην περιοχή. Ο Τραμπ διευκρίνισε αργότερα ότι οι ΗΠΑ δεν θα επιτεθούν στο Ιράν πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές στις αρχές του επόμενου μήνα, κάτι που οδήγησε τις τιμές του πετρελαίου να υποχωρήσουν ελαφρώς από τα ενδοσυνεδριακά τους υψηλά.

Στο ταμπλό, ο Dow Jones ενισχύθηκε κατά 0,10%, κλείνοντας στις 51.231,64 μονάδες, ο S&P 500 υποχώρησε 0,47%, στις 7.765,36 μονάδες, ενώ ο Nasdaq κατέγραψε τις μεγαλύτερες απώλειες, με πτώση 1,25%, στις 27.193,34 μονάδες. Τις μεγαλύτερες πιέσεις δέχθηκαν οι μετοχές ημιαγωγών, μετά από αποκλειστικό δημοσίευμα των Financial Times σύμφωνα με το οποίο η OpenAI βρίσκεται σε τροχιά επίτευξης ετησιοποιημένων εσόδων ύψους περίπου 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σημαντικά χαμηλότερα από τα 70 δισεκατομμύρια δολάρια που είχαν αναφερθεί τον προηγούμενο μήνα. Η μετοχή της Oracle υποχώρησε πάνω από 5%, η Nvidia έχασε περίπου 3% και η Advanced Micro Devices σχεδόν 4%, καθώς οι επενδυτές άρχισαν να αμφισβητούν κατά πόσο η ζήτηση για υπηρεσίες τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να δικαιολογήσει τις τεράστιες επενδύσεις του κλάδου.
Σταθεροποίηση στα ομόλογα και οι εκτιμήσεις αναλυτών
Στην αγορά των αμερικανικών κρατικών ομολόγων, οι αποδόσεις αποκλιμακώθηκαν από τα ενδοσυνεδριακά υψηλά τους μετά την ισχυρή ζήτηση που καταγράφηκε στη δημοπρασία τριακονταετών ομολόγων ύψους 22 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η απόδοση του δεκαετούς είχε φτάσει νωρίτερα στο 5,305% και του τριακονταετούς στο 5,666%, επίπεδα που αντιστοιχούν σε υψηλά 24 ετών. Μετά τη δημοπρασία, το δεκαετές έκλεισε στο 5,232% και το τριακονταετές στο 5,606%, επιβεβαιώνοντας την εικόνα ισχυρής ζήτησης που είχε καταγραφεί και στη δημοπρασία δεκαετών ομολόγων την προηγούμενη ημέρα.

«Η ζήτηση στη δημοπρασία διατηρήθηκε σε ικανοποιητικά επίπεδα», σχολίασε η Μόλι Μπρουκς, αναλύτρια στρατηγικής επιτοκίων της TD Securities, προσθέτοντας ότι πρόκειται για «ένα θετικό σημάδι για όσους επιθυμούν να αρχίσουν να επιστρέφουν σταδιακά στις τοποθετήσεις σε μακροπρόθεσμα ομόλογα». Ο Ρος Μέιφιλντ, στρατηγικός αναλυτής της Baird, εκτίμησε ότι οι πληθωριστικές πιέσεις που προκαλεί η ενέργεια έχουν αλλάξει τη στάση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ και έχουν μετατοπίσει το μακρύ άκρο της καμπύλης αποδόσεων. Όπως ανέφερε, μια αξιόπιστη συμφωνία με το Ιράν που θα οδηγούσε το πετρέλαιο από τα 90 στα 70 δολάρια το βαρέλι θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά τις αποδόσεις των ομολόγων.
Παρά τη μεταβλητότητα, ο Μέιφιλντ σημείωσε ότι οι μετοχές έχουν επιδείξει «αρκετά μεγάλη ανθεκτικότητα» απέναντι στις πιέσεις από το πετρέλαιο και τις αποδόσεις των ομολόγων. Οι αγορές συνεχίζουν να παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τα επόμενα στοιχεία για τον πληθωρισμό, καθώς η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ σταθμίζει το ενδεχόμενο περαιτέρω αυξήσεων επιτοκίων.




