ΕΠΕΤΕΙΟΣ
Από τη «Μαντάμα Μπατερφλάι» στο τελεσίγραφο του 1940
Τρεις ημέρες χώριζαν την πρεμιέρα μιας όπερας από το ιταλικό τελεσίγραφο. Το πέρασμα της Αθήνας από τη γιορτή στον πόλεμο, όπως το κατέγραψε και ο Αλέκος Σακελλάριος.
Newsroom simera24.gr · 23 Οκτωβρίου 2026 · Κοινωνία
Τρεις ημέρες πριν ο Εμμανουέλε Γκράτσι επιδώσει το ιταλικό τελεσίγραφο, η Αθήνα είχε φορέσει τα καλά της για μια βραδιά όπερας. Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 οι σειρήνες μετέτρεψαν την ειρηνική πρωτεύουσα σε εμπόλεμη πόλη. Την αγωνία και τον ενθουσιασμό εκείνων των πρώτων ημερών αποτύπωσε ο Αλέκος Σακελλάριος στην εφημερίδα «Ασύρματος». Δύο στιγμιότυπα, η σκηνή του θεάτρου και η πένα του χρονογράφου, συμπυκνώνουν τη μετάβαση από την εορταστική λάμψη στον πόλεμο.
Η «Μαντάμα Μπατερφλάι» και η τούρτα με την επιγραφή «Viva la Grecia»
Το βράδυ της 25ης Οκτωβρίου 1940 πολυτελή αυτοκίνητα σταματούσαν μπροστά στο Βασιλικό Θέατρο της οδού Αγίου Κωνσταντίνου, απ' όπου κατέβαιναν πολιτικοί, διπλωμάτες και ανώτατοι στρατιωτικοί. Η νεοσύστατη Εθνική Λυρική Σκηνή, ιδρυμένη το 1939 ως τμήμα του Βασιλικού Θεάτρου, παρουσίαζε την όπερα του Τζάκομο Πουτσίνι. Στην αίθουσα βρισκόταν ο δικτάτορας πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς με τη σύζυγό του, Λέλα, ενώ ανάμεσα στους επισήμους ξεχώριζαν ο Ιταλός πρέσβης Εμμανουέλε Γκράτσι και ο Αντόνιο Πουτσίνι, γιος του συνθέτη, που είχε ταξιδέψει στην Αθήνα μαζί με τη σύζυγό του, Ρίτα.
Την πρωτοβουλία για την πρόσκληση είχε αναλάβει ο ίδιος ο Γκράτσι, παρουσιάζοντάς την ως χειρονομία πολιτιστικής προσέγγισης ανάμεσα στις δύο χώρες. Ο Αντόνιο, γιος που είχε αποκτήσει ο Πουτσίνι με την Ελβίρα, δεν ακολούθησε τη μουσική πορεία του πατέρα του, όμως το όνομά του αρκούσε για να προσδώσει κύρος στην αθηναϊκή πρεμιέρα. Την επομένη, 26 Οκτωβρίου, η ιταλική πρεσβεία διοργάνωσε δεξίωση προς τιμήν του, με μια τούρτα που έφερε την επιγραφή «Viva la Grecia».
Πίσω από την εορταστική ατμόσφαιρα εξελισσόταν ένα από τα τελευταία διπλωματικά επεισόδια πριν την εισβολή. Ο πόλεμος στην Ευρώπη είχε ξεκινήσει ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1939 και η ελληνική κυβέρνηση προσπαθούσε να κρατήσει την ουδετερότητά της, αποφεύγοντας κάθε πρόσχημα που θα εκμεταλλευόταν ο Μπενίτο Μουσολίνι. Ακόμη και μετά τον τορπιλισμό της «Έλλης» τον Δεκαπενταύγουστο του 1940 στην Τήνο, ο Μεταξάς κρατούσε χαμηλούς τόνους. Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου ο Γκράτσι επέδωσε το τελεσίγραφο στον πρωθυπουργό, σηματοδοτώντας την έναρξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου.
Οι σειρήνες και οι έφεδροι με το φρεσκοφορεμένο χακί στην πένα του Σακελλάριου
Για τον Αλέκο Σακελλάριο, το παρατεταμένο ουρλιαχτό της σειρήνας λειτούργησε σαν τραγικό ξυπνητήρι. Η ειρηνική Ελλάδα ξύπνησε τη Δευτέρα το πρωί εμπόλεμη, γράφει ο χρονογράφος, θυμίζοντας τον τορπιλισμό της αγκυροβολημένης «Έλλης» από τον γείτονα που επιχείρησε να πατήσει το πόδι του στην Ήπειρο. Η απάντηση, σημειώνει, ήταν αυτονόητη για τους απογόνους ενός Λεωνίδα, ενός Κολοκοτρώνη και ενός Κανάρη.
Στο χρονογράφημα ζωντανεύει η εικόνα των εφέδρων με το φρεσκοφορεμένο χακί, που σε κάθε εμφάνισή τους γίνονταν αντικείμενο θερμών εκδηλώσεων. Παντού τους υποδέχονταν ζητωκραυγές και αποχαιρετισμοί, «Στο καλό και με τη Νίκη», ενώ λευκά μαντήλια μουσκεμένα από δάκρυα εθνικής υπερηφάνειας συνόδευαν τους αυριανούς μαχητές. Το σύνθημα «Αέρα» συνόψιζε τον ενθουσιασμό με τον οποίο ο λαός υποδέχθηκε τον αγώνα.
Απέναντι στα εργοστάσια πολεμικών μηχανών του εχθρού, ο Σακελλάριος αντέτασσε την πεποίθηση ότι ο αντίπαλος δεν μπορούσε να κατασκευάσει «εργοστάσια ψυχών». Τι να κάνει ένα τανκ πενήντα τόνων, διερωτάται, όταν στο εσωτερικό του κλείνει έναν τρέμοντα στρατιώτη. Το κείμενο κλείνει με μια διπλή υπόσχεση που αποτύπωνε το κλίμα των ημερών: ότι η χώρα θα πολεμούσε με όλες της τις δυνάμεις και θα νικούσε, όπως είχε συνηθίσει.