ΥΓΕΙΑ
Γιατί ξαναπαίρνουμε κιλά: η «μνήμη» των λιποκυττάρων
Νέες έρευνες δείχνουν ότι τα λιποκύτταρα διατηρούν ένα βιολογικό αποτύπωμα της παχυσαρκίας, ενώ η ορμόνη της πείνας ασπροσίνη παραμένει αυξημένη ακόμη και μετά την απώλεια βάρους.
Newsroom simera24.gr · 4 Νοεμβρίου 2026 · Υγεία
Η απώλεια κιλών απαιτεί προσπάθεια, όμως η διατήρηση του αποτελέσματος συχνά αποδεικνύεται εξίσου δύσκολη. Οι επιστήμονες αναζητούν πλέον την εξήγηση μέσα στα ίδια τα λιποκύτταρα, εξετάζοντας αν αυτά κρατούν ένα βιολογικό αποτύπωμα της παχυσαρκίας ακόμη και όταν το βάρος έχει πέσει. Μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Cell Reports προσθέτει ένα κρίσιμο εύρημα: σε πειραματόζωα, μια ορμόνη που ενισχύει την πείνα παρέμενε αυξημένη και μετά την απώλεια βάρους. Το στοιχείο αυτό υποδεικνύει έναν πιθανό μηχανισμό που ευνοεί την επανάκτηση των κιλών, χωρίς ωστόσο να αποδεικνύει ακόμη ότι το ίδιο συμβαίνει και στους ανθρώπους.
Το αποτύπωμα που δεν σβήνει από τα γονίδια του λιπώδους ιστού
Η ιδέα της κυτταρικής μνήμης είχε ήδη απασχολήσει τους ερευνητές. Παλαιότερη μελέτη που είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό Nature έδειξε ότι ορισμένες αλλαγές στη δραστηριότητα των γονιδίων του λιπώδους ιστού παρέμεναν μετά από σημαντική απώλεια βάρους, τόσο σε ανθρώπους όσο και σε πειραματόζωα. Με άλλα λόγια, η μείωση του βάρους δεν φάνηκε να επαναφέρει τα κύτταρα στην προηγούμενη κατάστασή τους.
Στα πειραματόζωα εντοπίστηκαν επίσης επίμονες επιγενετικές αλλαγές. Πρόκειται για τροποποιήσεις που επηρεάζουν τον τρόπο λειτουργίας των γονιδίων, χωρίς να μεταβάλλουν τον ίδιο τον γενετικό κώδικα. Όταν τα πειραματόζωα επέστρεψαν σε μια διατροφή πλούσια σε λιπαρά, επανέκτησαν βάρος γρηγορότερα. Η μείωση των κιλών, δηλαδή, δεν φάνηκε να σβήνει τις αλλαγές που είχαν ήδη συντελεστεί στα κύτταρά τους.
Αυτό ακριβώς εννοούν οι ερευνητές όταν μιλούν για κυτταρική μνήμη. Ορισμένες λειτουργίες των λιποκυττάρων εξακολουθούν να επηρεάζονται από την πρότερη κατάσταση του οργανισμού. Δεν πρόκειται για συνειδητή επιλογή, αλλά για βιολογικές μεταβολές που μπορεί να επιμένουν, ακόμη κι αν το αρχικό βάρος έχει μειωθεί.
Όταν το σήμα της ασπροσίνης επιμένει δύο εβδομάδες μετά
Η νεότερη έρευνα, από το Harrington Discovery Institute και το Πανεπιστήμιο Case Western Reserve, εστίασε στην ασπροσίνη, μια ορμόνη που παράγεται στον λιπώδη ιστό και ενισχύει την όρεξη. Οι ερευνητές εξέτασαν πώς επηρεάζεται η παραγωγή της από τον TGF-β1, έναν χημικό αγγελιοφόρο που σχετίζεται με τη φλεγμονή και εμφανίζεται αυξημένος σε περιπτώσεις παχυσαρκίας. Διαπίστωσαν ότι ο μηχανισμός αυτός μπορούσε να δώσει στα λιποκύτταρα το σήμα να παράγουν περισσότερη ασπροσίνη.
Το πιο αξιοσημείωτο ήταν η διάρκεια της επίδρασης. Σε κυτταρικές καλλιέργειες, η παραγωγή της ορμόνης παρέμενε αυξημένη ακόμη και δύο εβδομάδες μετά την απομάκρυνση του αρχικού ερεθίσματος. Αντίστοιχη επιμονή παρατηρήθηκε και στα πειράματα με πειραματόζωα. Σε όσα είχαν εμφανίσει παχυσαρκία έπειτα από διατροφή πλούσια σε λιπαρά, τα επίπεδα ασπροσίνης παρέμειναν υψηλά και μετά την απώλεια βάρους, με τους ερευνητές να συνδέουν αυτή την παρατεταμένη αύξηση με μεγαλύτερη πρόσληψη τροφής και επανάκτηση κιλών.
Το επόμενο ερώτημα αφορά πλέον τον άνθρωπο. Οι επιστήμονες καλούνται να διευκρινίσουν αν η ασπροσίνη παραμένει αυξημένη και σε ανθρώπους που έχουν χάσει βάρος, καθώς και πόσο επηρεάζει τη μετέπειτα πορεία τους. Έως τότε, τα ευρήματα προσφέρουν μια βιολογική εξήγηση για μια γνώριμη δυσκολία, αλλά παραμένουν στο στάδιο της έρευνας.