Η 19χρονη Μυρτώ από το Αργοστόλι δεν έχασε τη ζωή της μόνο τα ξημερώματα της Τρίτης του Πάσχα. Την έχασε δύο φορές — μία φορά στον δρόμο όπου τρεις νεαροί άνδρες την εγκατέλειψαν αβοήθητη, και μία ακόμα στα social media, όπου η κοινή γνώμη την έκρινε όχι για αυτό που της συνέβη, αλλά για το πώς έδειχνε. Πριν καν προλάβουν να φτάσουν στο εδώλιο οι κατηγορούμενοι, η κατηγορούμενη είχε ήδη «καταδικαστεί» — επειδή ήταν όμορφη, επειδή φορούσε μακιγιάζ, επειδή ντυνόταν με συγκεκριμένο τρόπο. Η υπόθεση της Μυρτώς αποτελεί καθρέφτη μιας κοινωνίας που συχνά στρέφει το βλέμμα της προς λάθος κατεύθυνση.
Οι τρεις κατηγορούμενοι και η νύχτα που άλλαξε τα πάντα
Ο βασικός καμβάς των γεγονότων έχει πλέον αρχίσει να σχηματίζεται, καθώς νέες πληροφορίες και μαρτυρίες έρχονται στο φως σχεδόν καθημερινά. Οι τρεις νεαροί άνδρες που βρίσκονταν δίπλα στη Μυρτώ εκείνο το βράδυ αποφάσισαν να την αφήσουν στον δρόμο «για να μην μπλέξουν», αντί να την οδηγήσουν στο νοσοκομείο. Δύο από τους τρεις κατηγορούμενους, ηλικίας 26 και 22 ετών, ήταν ήδη σεσημασμένοι για διάφορα αδικήματα. Ωστόσο, η δημόσια συζήτηση αγνόησε σε μεγάλο βαθμό αυτό το κρίσιμο στοιχείο και επικεντρώθηκε αλλού. Η ανακριτική διαδικασία οδήγησε στην προφυλάκισή τους με βαριές κατηγορίες, αλλά πολλά ερωτήματα εξακολουθούν να αναζητούν απάντηση.
Ένα από τα πιο αναπάντητα ερωτήματα αφορά την επικοινωνία που είχε η Μυρτώ εκείνο το βράδυ με έναν 66χρονο άνδρα από την Πρέβεζα. Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, η κοπέλα του ανέφερε ότι είχε φύγει από το σπίτι της, και εκείνος της έστειλε 220 ευρώ «για να μην κοιμηθεί στα παγκάκια». Ο 66χρονος έχει ήδη κληθεί και καταθέσει στις Αρχές. Παράλληλα, σύμφωνα με τον πατέρα της, ο 23χρονος κατηγορούμενος είχε σχηματίσει ένα σχέδιο για να αποσπάσει χρήματα από τον ηλικιωμένο άνδρα, χρησιμοποιώντας τη Μυρτώ ως μέσο. Αν αυτό αληθεύει, τότε η κοπέλα δεν ήταν απλώς θύμα αμέλειας — ήταν θύμα εκμετάλλευσης.
Ο πατέρας, η ομορφιά και οι «δαίμονες με αγγελικά πρόσωπα»
Ο πατέρας της Μυρτώς είχε αναγνωρίσει από νωρίς ότι η κόρη του ήταν όμορφη — και αυτό τον ανησυχούσε βαθύτατα. Γι’ αυτό τον λόγο αποθάρρυνε τη μετακόμισή της στην Αθήνα για σπουδές, φοβούμενος τους κινδύνους που θα μπορούσε να συναντήσει μακριά από την οικογένειά της. Την προειδοποιούσε να προσέχει «τους δαίμονες με τα αγγελικά πρόσωπα» — μια φράση που σήμερα ακούγεται σαν τραγικά προφητική. Τα μηνύματα που αντάλλαξε με τη μητέρα της εκείνες τις μέρες ήταν γεμάτα αγάπη και τρυφερότητα, χωρίς καμία ένδειξη κάποιου οικογενειακού επεισοδίου που θα εξηγούσε γιατί βρέθηκε εκτός σπιτιού.
Σε αυτό το πλαίσιο, η απόπειρα ορισμένων να παρουσιάσουν τη Μυρτώ ως «τακτική χρήστρια» ναρκωτικών καταρρίπτεται από τα γεγονότα. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο, καμία μαρτυρία που να υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Ό,τι δείχνουν οι ενδείξεις είναι ότι εκείνο το βράδυ έκανε κάτι που έχει γίνει «μόδα» τα τελευταία χρόνια σε πολλούς κύκλους νέων: περιστασιακή χρήση κοκαΐνης. Η προμήθεια του συγκεκριμένου ναρκωτικού έχει γίνει κοινό μυστικό — με ένα απλό τηλεφώνημα, σαν να παραγγέλνεις delivery. Ένα φαινόμενο που δεν αφορά μόνο τη Μυρτώ, αλλά που η κοινωνία επιλέγει να αντιμετωπίζει επιλεκτικά, ανάλογα με το ποιος είναι το θύμα.
Η υπόθεση αυτή δεν είναι απλώς μια τοπική τραγωδία στο Αργοστόλι. Είναι μια αφορμή για να κοιτάξουμε κατάματα ορισμένα δυσάρεστα φαινόμενα: την εξάπλωση της ανέμελης χρήσης ουσιών, τη διάχυτη κουλτούρα της θυματοποίησης του θύματος, και την αδυναμία μας ως κοινωνία να σεβαστούμε τη μνήμη εκείνων που χάθηκαν πριν την ώρα τους. Η Μυρτώ δεν έπρεπε να πεθάνει. Και σίγουρα δεν έπρεπε να «δικαστεί» μετά θάνατον για την ομορφιά της.




