Η Τράπεζα της Ελλάδος ανακοίνωσε την τριμηνιαία αξιολόγησή της για τους κυκλικούς συστημικούς κινδύνους του β΄ τριμήνου 2026, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι κίνδυνοι παραμένουν περιορισμένοι και το συνολικό περιβάλλον εμφανίζεται ουδέτερο. Η εκτίμηση αυτή διατηρεί αμετάβλητο το επίπεδο του αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας για τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα, σηματοδοτώντας τη σταθερότητα του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Πρόκειται για μια αξιολόγηση που λαμβάνει υπόψη πλήθος οικονομικών δεικτών, από τις πιστωτικές εξελίξεις έως τις τιμές των ακινήτων και τις εξωτερικές ανισορροπίες.
Διαβάστε επίσης: Πλεόνασμα 1,47 δισ. στον προϋπολογισμό α΄ τριμήνου 2026
Τι έδειξε η αξιολόγηση
Η τριμηνιαία αξιολόγηση της Τράπεζας της Ελλάδος βασίστηκε σε τρεις βασικούς άξονες: την τυποποιημένη διαφορά των πιστώσεων προς το ΑΕΠ, τον οδηγό αποθέματος ασφαλείας και πρόσθετους δείκτες συσσώρευσης κινδύνων. Ο οδηγός αποθέματος ασφαλείας, όπως ορίζεται από τη Σύσταση ΕΣΣΚ/2014/1 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου, παραμένει στο μηδέν, καθώς η τυποποιημένη διαφορά πιστώσεων προς ΑΕΠ είναι αρνητική αδιαλείπτως από το γ΄ τρίμηνο του 2012. Συγκεκριμένα, το γ΄ τρίμηνο του 2025 η εν λόγω διαφορά διαμορφώθηκε στις -21,0 ποσοστιαίες μονάδες, επιβεβαιώνοντας την απουσία υπέρμετρης πιστωτικής επέκτασης στην ελληνική οικονομία. Ο αρνητικός αυτός δείκτης αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι ο ρυθμός αύξησης της πίστωσης παραμένει χαμηλότερος από εκείνον που θα δικαιολογούσε η αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας.
Παράλληλα, η Τράπεζα της Ελλάδος εξέτασε και πρόσθετους δείκτες που αφορούν έξι κρίσιμες κατηγορίες: τις πιστωτικές εξελίξεις, τη δανειακή επιβάρυνση του ιδιωτικού τομέα, τα οικιστικά και επαγγελματικά ακίνητα, τις εξωτερικές ανισορροπίες, τον τραπεζικό τομέα και τις αγορές κεφαλαίων. Η ανάλυση των δεικτών αυτών ανέδειξε ορισμένες ανησυχίες σε επιμέρους τομείς. Πιο συγκεκριμένα, η αξιολόγηση εντόπισε απαρχή συσσώρευσης κυκλικών συστημικών κινδύνων στη χρηματοδότηση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, στις τιμές των οικιστικών ακινήτων και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Ωστόσο, η συνολική εικόνα παραμένει ελεγχόμενη και δεν δικαιολογεί μεταβολή στα κεφαλαιακά αποθέματα των τραπεζών.
Αντικυκλικό απόθεμα και πολιτική της ΤτΕ
Στο πλαίσιο των αποτελεσμάτων αυτής της αξιολόγησης, η Τράπεζα της Ελλάδος αποφάσισε να μην προβεί σε καμία μεταβολή του ποσοστού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας. Το ποσοστό παραμένει στο 0,5%, επίπεδο που αντιστοιχεί στο λεγόμενο «θετικό αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας σε ουδέτερο περιβάλλον κινδύνου». Η επιλογή αυτή αντικατοπτρίζει μια προσεκτική και ισορροπημένη προσέγγιση: η ΤτΕ δεν διαπιστώνει ούτε υποτονικούς ούτε αυξημένους κινδύνους, αλλά έναν χρηματοπιστωτικό κύκλο σε κανονικό στάδιο λειτουργίας. Η πολιτική αυτή είναι σχεδιασμένη να ενεργοποιείται πρώιμα, πριν οι κίνδυνοι φτάσουν σε επικίνδυνα επίπεδα.
Σύμφωνα με την Πράξη Εκτελεστικής Επιτροπής 235/2/07.10.2024, για την περίοδο από 1η Οκτωβρίου 2025 έως 30 Σεπτεμβρίου 2026, τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να τηρούν αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας ίσο με 0,25%. Το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο από το στόχο του 0,5% που επιδιώκει η ΤτΕ για ουδέτερες συνθήκες, αντικατοπτρίζοντας τη σταδιακή προσαρμογή του συστήματος. Τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες συμπεριλαμβανομένων, διαθέτουν έτσι ένα ρυθμιστικό πλαίσιο που διασφαλίζει αποθέματα κεφαλαίου για την αντιμετώπιση πιθανών μελλοντικών κλυδωνισμών.
Τι σημαίνει για το τραπεζικό σύστημα
Η διατήρηση του αντικυκλικού αποθέματος ασφαλείας στα τρέχοντα επίπεδα εκπέμπει ένα σαφές μήνυμα σταθερότητας για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει υιοθετήσει το μοντέλο του «θετικού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος σε ουδέτερο περιβάλλον», ένα εργαλείο που ενεργοποιείται νωρίς στον οικονομικό κύκλο, πριν δηλαδή εμφανιστούν ενδείξεις υπερθέρμανσης. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με τις βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές εποπτείας και στοχεύει στη διατήρηση της ανθεκτικότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ωστόσο, η επισήμανση για «απαρχή συσσώρευσης» κινδύνων σε τομείς όπως οι τιμές κατοικιών και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών υποδηλώνει ότι η κεντρική τράπεζα παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και δεν αποκλείει μελλοντικές αναπροσαρμογές αν οι δείκτες επιδεινωθούν.




