Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ακύρωσε την Τετάρτη 29 Απριλίου 2026 τον εκλογικό χάρτη της Λουιζιάνα, σε μια απόφαση που αναμένεται να έχει βαρύνουσες συνέπειες για την εκπροσώπηση των μειονοτήτων στο Κογκρέσο. Η απόφαση, που πάρθηκε με ψήφους έξι έναντι τριών — των συντηρητικών δικαστών έναντι των προοδευτικών — αποτελεί σοβαρό πλήγμα για τους Δημοκρατικούς λίγους μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκεται ο ανασχεδιασμός των εκλογικών περιφερειών και το δικαίωμα ψήφου των Αφροαμερικανών και των ισπανόφωνων πολιτών.
Τι αποφάσισε το Ανώτατο Δικαστήριο
Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο Νόμος περί Δικαιωμάτων Ψήφου του 1965 — ο εμβληματικός νόμος που θεσπίστηκε για να εγγυηθεί την εκλογική εκπροσώπηση των μειονοτήτων — δεν υποχρέωνε τη Λουιζιάνα να δημιουργήσει μια δεύτερη εκλογική περιφέρεια με πλειοψηφία Αφροαμερικανών ψηφοφόρων. Αντίθετα, το δικαστήριο χαρακτήρισε «αντισυνταγματική» την υφιστάμενη χάραξη των περιφερειών στον εκλογικό χάρτη της πολιτείας. Ο συντηρητικός δικαστής Σάμιουελ Αλίτο ανέγνωσε την απόφαση εξ ονόματος της πλειοψηφίας, τονίζοντας ότι το άρθρο 2 του νόμου γράφτηκε «για να διασφαλιστεί η τήρηση του Συντάγματος, όχι για να συγκρουστεί μαζί του».

Ο Αλίτο υποστήριξε επίσης ότι κατώτερα δικαστήρια εφάρμοζαν κατά το παρελθόν τη νομολογία «με τρόπο που αναγκάζει τις πολιτείες να ασκούν φυλετικές διακρίσεις, κάτι που απαγορεύεται από το Σύνταγμα». Με άλλα λόγια, η πλειοψηφία του δικαστηρίου έκρινε ότι η υποχρεωτική δημιουργία περιφερειών με πλειοψηφία μειονοτήτων αντιβαίνει στο ίδιο το Σύνταγμα των ΗΠΑ. Η απόφαση αυτή αποτελεί τον πιο πρόσφατο κρίκο σε μια σειρά αποφάσεων που, εδώ και περίπου μία δεκαετία, έχουν σταδιακά αποδυναμώσει το περιεχόμενο του ιστορικού νόμου του 1965.
Ο νόμος εκείνος είχε υιοθετηθεί στο αποκορύφωμα του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα, με σκοπό να εμποδίσει τις πολιτείες του Νότου που εφάρμοζαν φυλετικό διαχωρισμό να υπονομεύουν το δικαίωμα ψήφου των Αφροαμερικανών. Η επίμαχη διάταξη — το Άρθρο 2 — είχε αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα μετά το 2013, όταν το ίδιο δικαστήριο απέρριψε ένα άλλο τμήμα του ίδιου νόμου, αφήνοντας το Άρθρο 2 ως το βασικό εργαλείο προστασίας κατά των φυλετικών διακρίσεων στη ψηφοφορία.

Αντιδράσεις και πολιτικό πλαίσιο
Η απόφαση προκάλεσε άμεσες και σφοδρές αντιδράσεις από τους προοδευτικούς δικαστές, τις οργανώσεις πολιτικών δικαιωμάτων και τους Δημοκρατικούς νομοθέτες. Η φιλελεύθερη δικαστής Έλενα Κάγκαν δήλωσε ότι η απόφαση «θα υποβαθμίσει το θεμελιώδες δικαίωμα στη φυλετική ισότητα» στις εκλογές — ένα δικαίωμα που είχε κατοχυρωθεί από το Κογκρέσο και επικυρωθεί από τον τότε πρόεδρο Λίντον Τζόνσον το 1965. Η ίδια χαρακτήρισε τον νόμο «νεκρό γράμμα» και προειδοποίησε ότι «οι συνέπειες θα είναι σοβαρές».
Παράλληλα, οργανώσεις πολιτικών δικαιωμάτων και νομικοί εμπειρογνώμονες κατήγγειλαν την απόφαση ως ουσιαστική υπονόμευση του Άρθρου 2 του Νόμου για τα Δικαιώματα Ψήφου. Οι επικριτές επισημαίνουν ότι η απόφαση καθιστά πιο δύσκολο για τις μειονότητες να αμφισβητήσουν δικαστικά τους εκλογικούς χάρτες που εκτιμούν ότι τους μειονεκτούν φυλετικά. Οι Αφροαμερικανοί ψηφοφόροι, που τείνουν να υποστηρίζουν τους Δημοκρατικούς υποψηφίους, θεωρούνται οι κύριοι χαμένοι αυτής της εξέλιξης.
Σε πολιτικό επίπεδο, η απόφαση ενισχύει τη θέση των Ρεπουμπλικάνων και της κυβέρνησης του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ λίγους μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Εκτιμάται ότι η απόφαση θα μπορούσε να ωθήσει πολιτείες υπό Ρεπουμπλικανική ηγεσία να προχωρήσουν σε ανασχεδιασμό των εκλογικών τους χαρτών, θέτοντας σε κίνδυνο έδρες που παραδοσιακά κατακτούν οι Δημοκρατικοί.
Τι ακολουθεί
Οι πρακτικές συνέπειες της απόφασης ενδέχεται, σύμφωνα με τις πηγές, να περιοριστούν βραχυπρόθεσμα στη Λουιζιάνα — τουλάχιστον για τις επερχόμενες εκλογές. Ωστόσο, το νομικό προηγούμενο που δημιουργείται ανοίγει τον δρόμο για παρόμοιες κινήσεις σε άλλες πολιτείες του Νότου που βρίσκονται υπό Ρεπουμπλικανική διοίκηση. Η απόφαση επισφραγίζει μια μακροχρόνια τάση της συντηρητικής πλειοψηφίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου να επανερμηνεύει τη νομοθεσία για τα πολιτικά δικαιώματα, δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στο Σύνταγμα έναντι των ειδικών νόμων προστασίας μειονοτήτων. Οι Δημοκρατικοί αναμένεται να αντιδράσουν νομοθετικά και πολιτικά, χρησιμοποιώντας την απόφαση ως εργαλείο κινητοποίησης ψηφοφόρων ενόψει Νοεμβρίου.




