Ένοχη για απόπειρα εκβίασης, έκθεση σε κίνδυνο και απείθεια έκρινε το Τριμελές Αυτόφωρο Πλημμελειοδικείο Αθηνών την 72χρονη που διατηρούσε παράτυπο γηροκομείο σε διαμέρισμα στους Αμπελόκηπους. Η απόφαση εκδόθηκε την Τετάρτη 6 Μαΐου 2026 και επέβαλε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, μετατρέψιμη προς 10 ευρώ ημερησίως. Το δικαστήριο υιοθέτησε πλήρως την πρόταση του εισαγγελέα και δεν αναγνώρισε κανένα ελαφρυντικό στην κατηγορούμενη. Η υπόθεση είχε σοκάρει την κοινή γνώμη όταν αποκαλύφθηκαν οι συνθήκες διαβίωσης των ηλικιωμένων στο παράνομο διαμέρισμα.
Τι συνέβη στο διαμέρισμα της οδού Σεβαστοπούλου
Η 72χρονη κατηγορούμενη νοίκιαζε εδώ και ενάμιση χρόνο ένα διαμέρισμα επί της οδού Σεβαστοπούλου στους Αμπελόκηπους, από αλλοδαπό ιδιοκτήτη, και το λειτουργούσε ως άτυπη μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων. Στον χώρο αυτόν φιλοξενούνταν τέσσερις ηλικιωμένες γυναίκες σε τέσσερα ξεχωριστά δωμάτια, σε συνθήκες που σύμφωνα με τις μαρτυρίες δεν θύμιζαν σε τίποτα νόμιμη δομή φροντίδας. Η υπόθεση αποκαλύφθηκε μετά από καταγγελία της κόρης μίας ηλικιωμένης, η οποία ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη την απείλησε ότι θα «πετούσε τη μητέρα της στον κάδο απορριμμάτων» αν δεν πλήρωνε 1.500 έως 2.000 ευρώ. Η καταγγέλλουσα είχε απευθυνθεί στην κατηγορούμενη τη Μεγάλη Πέμπτη, αφού η μητέρα της, ηλικίας 72 ετών, πήρε αιφνιδιαστικά εξιτήριο από το νοσοκομείο «Γ. Γεννηματάς» και η εύρεση εναλλακτικής λύσης ήταν αδύνατη λόγω της Μεγάλης Εβδομάδας.

Η καταγγέλλουσα κατέθεσε ότι εντόπισε την αγγελία της κατηγορούμενης σε εφημερίδα και επισκέφθηκε τον χώρο, ο οποίος αρχικά δεν της φάνηκε ύποπτος. Συμφώνησαν τα χρήματα, άφησε προκαταβολή και η μητέρα της μεταφέρθηκε εκεί την ίδια μέρα. Το επόμενο πρωί, η κατηγορούμενη τηλεφώνησε «σε έξαλλη κατάσταση» απαιτώντας επιπλέον ποσό, απειλώντας ότι θα έβγαζε την ηλικιωμένη έξω. Όταν η κόρη έφτασε στο διαμέρισμα, η κατηγορούμενη αρνήθηκε να ανοίξει την πόρτα — ούτε στους αστυνομικούς που κλήθηκαν να παρέμβουν — με αποτέλεσμα η καταγγέλλουσα να μεταβεί στο αστυνομικό τμήμα για κατάθεση. Τελικά η ηλικιωμένη μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο που κανόνισε η ίδια η κόρη.
Το δικαστήριο έκρινε ένοχη την κατηγορούμενη για απόπειρα εκβίασης ποσού 150 ευρώ — και όχι 2.000 ευρώ όπως ανέφερε αρχικά το κατηγορητήριο — για μία από τις τρεις πράξεις έκθεσης σε κίνδυνο και για απείθεια. Οι δικαστές απέρριψαν και τα δύο ελαφρυντικά που ζήτησε η κατηγορούμενη: τόσο αυτό του σύννομου βίου όσο και της ειλικρινούς μεταμέλειας μετά την πράξη. Η ποινή είναι μετατρέψιμη, γεγονός που σημαίνει ότι μπορεί να εξαγοραστεί προς 10 ευρώ ανά ημέρα φυλάκισης.

«Σαν παρκαρισμένοι για να πεθάνουν» — Εικόνες σοκ από τον έλεγχο
Αποκαλυπτική ήταν η κατάθεση του κοινωνικού λειτουργού που διενήργησε έλεγχο στο διαμέρισμα τον περασμένο Απρίλιο. Ο μάρτυρας περιέγραψε εικόνες που σόκαραν το δικαστήριο: ανέφερε ότι μέσα επικρατούσε έντονη δυσωδία από τα ζώα — τέσσερα σκυλιά και μια γάτα ζούσαν μαζί με τις ηλικιωμένες — ενώ μία από τις τέσσερις γυναίκες βρέθηκε αφυδατωμένη και υποσιτισμένη. «Αν δεν είχε γίνει αυτή η επιχείρηση, η γυναίκα θα είχε πεθάνει. Ήταν πραγματικά ετοιμοθάνατη», κατέθεσε ο κοινωνικός λειτουργός. Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι δεν μπορούσε να χαρακτηρίσει τον χώρο «δομή» φροντίδας, καθώς δεν υπήρχε κανένα προσωπικό, κανένας φάκελος ασθενή, κανένας εξοπλισμός, ενώ τα τρόφιμα που βρέθηκαν στο ψυγείο ήταν ληγμένα. «Οι ασθενείς ήταν εκεί σαν παρκαρισμένοι για να πεθάνουν», ήταν η εκκωφαντική φράση που χρησιμοποίησε.
Ωστόσο, η κατηγορούμενη στην απολογία της αρνήθηκε κατηγορηματικά τις κατηγορίες και αυτοπαρουσιάστηκε ως «άνθρωπος της προσφοράς» που δεν θα απαιτούσε ποτέ 2.000 ευρώ από μια «φτωχή γυναίκα». Υποστήριξε ότι για τις υπηρεσίες της ζητούσε «πέντε με έξι κατοστάρικα τον μήνα» από κάθε φιλοξενούμενη, ενώ παραδέχθηκε ότι εισέπραξε 300 ευρώ από την καταγγέλλουσα, εκ των οποίων κράτησε 150 ευρώ για να καλύψει το κόστος ασθενοφόρου και ζημιές σε μαξιλάρια. Για τα ληγμένα τρόφιμα απάντησε: «Το γιαούρτι που λένε τρεις ημέρες είχε λήξει. Και σε μωρό να το δώσεις αυτό δεν παθαίνει κάτι». Παράλληλα, μάρτυρες υπεράσπισης κατέθεσαν πως η κατηγορούμενη παρείχε άψογη φροντίδα στους γονείς τους, δημιουργώντας αντικρουόμενη εικόνα ενώπιον του δικαστηρίου.

Η κατηγορούμενη εξήγησε ότι δεν επιθυμούσε να κρατήσει την κατάκοιτη ηλικιωμένη στο διαμέρισμα επειδή «όλη τη νύχτα φώναζε, είχε βαριά προβλήματα, δεν διορθώνονταν αυτά. Είχε πληγές, έτρεχαν αίματα». Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι στην αγγελία της είχε αναφέρει ρητά ότι δεν δεχόταν ασθενείς με κατακλίσεις, αλλά η ηλικιωμένη παρουσιάστηκε σε αυτή την κατάσταση. Το δικαστήριο δεν επηρεάστηκε από αυτές τις εξηγήσεις και επέβαλε την ποινή χωρίς να αναγνωρίσει κανένα ελαφρυντικό, σηματοδοτώντας με τον τρόπο αυτόν την αυστηρή στάση της δικαιοσύνης απέναντι στα παράτυπα γηροκομεία.




