Η Ελλάδα έχει αναστρέψει την τάση του brain drain και περνά πλέον σε φάση brain gain, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat και της Ελστατ. Ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος δημοσίευσε ανάλυση με αναλυτικά δεδομένα για την περίοδο 2010-2024, αμφισβητώντας την κυρίαρχη αντίληψη ότι η φυγή νέων από τη χώρα συνεχίζεται ανεξέλεγκτα.
Τι έγινε: Τα στοιχεία που αλλάζουν την εικόνα
Ο Σκέρτσος παρουσίασε πλήρη χρονοσειρά δεδομένων για τις μεταναστευτικές ροές Ελλήνων πολιτών από το 2010 έως το 2024. Σύμφωνα με αυτά, συνολικά κατά την περίοδο αυτή έφυγαν από την Ελλάδα 773.296 Έλληνες, ενώ επέστρεψαν 473.044. Το αποτέλεσμα είναι ένα συσσωρευμένο έλλειμμα περίπου 300.000 πολιτών που βρίσκονται ακόμη στο εξωτερικό. Ωστόσο, αυτή η συνολική εικόνα κρύβει μια σημαντική μεταστροφή που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια.
Η καμπή ήρθε το 2022, μετά την πανδημία και τη σταθεροποίηση της οικονομίας. Από τότε και μέχρι το 2024, οι επαναπατρισμοί ξεπέρασαν αριθμητικά τις αναχωρήσεις. Συγκεκριμένα, την τριετία 2022-2024 επέστρεψαν 130.101 Έλληνες, ενώ έφυγαν 110.223. Αυτή η διαφορά των περίπου 20.000 ατόμων υπέρ της επιστροφής αντιπροσωπεύει την πρώτη θετική ισορροπία που καταγράφεται από το 2010 και μετά.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακά ήταν τα στοιχεία του 2024, που αναδείχθηκε σε χρονιά-ρεκόρ επαναπατρισμών. Για πρώτη φορά οι επιστρέφοντες ξεπέρασαν τους 50.000, φτάνοντας τους 51.993, όταν ιστορικά ο αντίστοιχος αριθμός κυμαινόταν μεταξύ 25.000 και 30.000 ετησίως. Παράλληλα, οι αναχωρήσεις Ελλήνων προς το εξωτερικό μειώθηκαν στους 32.141, μείωση σχεδόν 50% σε σύγκριση με τη δεκαετία της κρίσης, όταν ο μέσος ετήσιος αριθμός αναχωρήσεων προσέγγιζε ή ξεπερνούσε τους 60.000.
Αντιδράσεις και πλαίσιο: Γιατί αλλάζει η τάση
Ο Σκέρτσος υπογράμμισε ότι αυτή η αναστροφή «δεν συνέβη τυχαία ή από μόνη της». Ανέφερε σειρά πολιτικών επιλογών που συνέβαλαν στο αποτέλεσμα αυτό, με πρώτη τη σταθερή μείωση 83 φόρων και εισφορών, η οποία βελτίωσε το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και δημιούργησε ευνοϊκότερο επενδυτικό κλίμα. Η ψηφιοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών αναφέρθηκε επίσης ως παράγοντας που διευκολύνει την καθημερινότητα και κάνει την επιστροφή πιο ελκυστική. Τα κίνητρα επαναπατρισμού με 50% μειωμένη φορολογία εισοδήματος αποτέλεσαν ένα ακόμη εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε για να προσελκύσει πίσω επαγγελματίες που είχαν φύγει κατά τη διάρκεια της κρίσης.
Ο υπουργός Επικρατείας επέλεξε να διατηρήσει μετρημένο τόνο, διευκρινίζοντας ρητά ότι «τα στοιχεία αυτά δεν δικαιολογούν πανηγυρισμούς». Παρά τη θετική τάση, ο Σκέρτσος αναγνώρισε ότι «παραμένουν μεγάλες προκλήσεις ακόμη στους μισθούς, στη στέγαση και στην ποιότητα ζωής των νέων ανθρώπων». Αυτή η ισορροπημένη προσέγγιση δείχνει συνείδηση του γεγονότος ότι ένα στατιστικό θετικό ισοζύγιο δεν μεταφράζεται αυτόματα σε βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης για τη μεγάλη πλειοψηφία των νέων.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα δεδομένα της Eurostat και της Ελστατ επιβεβαιώνουν, σύμφωνα με τον ίδιο, «ότι η Ελλάδα έχει καταφέρει να κερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη των πολιτών που έφυγαν στη διάρκεια της κρίσης». Η τάση αυτή, που παρατηρείται από το 2022 και εντείνεται το 2024, σηματοδοτεί μια σαφή μεταστροφή στη δημογραφική δυναμική της χώρας, έστω και αν το αθροιστικό έλλειμμα των 300.000 πολιτών παραμένει ένα μακροπρόθεσμο ζήτημα που δεν αντιστρέφεται εύκολα ή γρήγορα.
Τι ακολουθεί: Η πρόκληση που μένει
Το βασικό ερώτημα που θέτουν τα στοιχεία είναι αν η ανοδική τάση των επαναπατρισμών θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια. Ο Σκέρτσος παρατήρησε ότι «για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, η γενική τάση αλλάζει κατεύθυνση». Ωστόσο, το συσσωρευμένο έλλειμμα 300.000 Ελλήνων που βρίσκονται ακόμη στο εξωτερικό αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση. Για να κλείσει αυτό το χάσμα θα απαιτηθούν χρόνια σταθερής προόδου στα εισοδήματα, τη στέγαση και τις ευκαιρίες εργασίας — τομείς που ο ίδιος ο υπουργός αναγνωρίζει ως ανεπίλυτα ζητήματα του παρόντος.




