Νέο καμπανάκι κινδύνου σήμανε το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC) για τα ανθεκτικά μικρόβια στα ελληνικά νοσοκομεία. Νέα έκθεση του οργανισμού αποκαλύπτει έναν νέο κλάδο βακτηρίου που φέρει γονίδιο αντοχής και εξαπλώθηκε ραγδαία σε νοσηλευτικά ιδρύματα της χώρας. Η έρευνα βασίστηκε σε δείγματα του 2019 από 323 νοσοκομεία σε 36 ευρωπαϊκές χώρες, προσφέροντας μια συνολική εικόνα της κατάστασης στην Ευρώπη. Τα ευρήματα θέτουν επιτακτική την ανάγκη για στενή επιτήρηση και συντονισμένη δράση.
Νέο ανθεκτικό στέλεχος στα ελληνικά νοσοκομεία
Το κεντρικό εύρημα της έκθεσης αφορά έναν νέο κλάδο της Klebsiella pneumoniae ST39, ο οποίος φέρει το γονίδιο αντοχής blaKPC-2 και εντοπίστηκε μέσα από γονιδιωματική ανάλυση. Πρόκειται για βακτήριο που ανήκει στην οικογένεια των Enterobacterales και έχει αναπτύξει αντοχή σε δύο κρίσιμες κατηγορίες αντιβιοτικών: τις καρβαπενέμες και την κολιστίνη, που χρησιμοποιούνται σε σοβαρές λοιμώξεις. Το στέλεχος αυτό εμφανίζει ανησυχητικό προφίλ αντοχής και, σύμφωνα με τους ερευνητές, φαίνεται να εξαπλώθηκε γρήγορα τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα στα ελληνικά νοσοκομεία. Συγκεκριμένα, 12 από τα 15 ελληνικά νοσοκομεία που συμμετείχαν στην έρευνα είχαν δείγματα που ανήκαν σε αυτόν τον κλάδο, ενώ μεταγενέστερη διερεύνηση επιβεβαίωσε ότι το στέλεχος συνεχίζει να κυκλοφορεί. Οι επιστήμονες του ECDC τόνισαν ότι λόγω της ταχείας εξάπλωσης και των υψηλών επιπέδων αντοχής απαιτείται στενή επιτήρηση για να αποτραπεί περαιτέρω διασπορά.

Η έρευνα αποτελεί μία από τις πιο ολοκληρωμένες γονιδιωματικές μελέτες του είδους σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Συνολικά αναλύθηκαν 2.973 στελέχη Klebsiella pneumoniae και 548 στελέχη Escherichia coli, μαζί με κλινικά, επιδημιολογικά και γονιδιωματικά δεδομένα από νοσοκομεία σε ολόκληρη την ήπειρο. Οι επιστήμονες δεν αρκέστηκαν στο να καταγράψουν αν ένα μικρόβιο ήταν ανθεκτικό, αλλά επιχείρησαν να ιχνηλατήσουν τον τρόπο εξάπλωσής του, την «οικογένεια» από την οποία προέρχεται και τα γονίδια αντοχής που φέρει. Αυτή η ολιστική προσέγγιση επέτρεψε την ανίχνευση νέων κλώνων υψηλού κινδύνου, όπως αυτός που εντοπίστηκε στην Ελλάδα. Τα δείγματα συλλέχθηκαν το 2019 και τα αποτελέσματα αποδεικνύουν ότι η επιτήρηση των ανθεκτικών μικροβίων χρειάζεται συνεχή ενημέρωση και όχι εφάπαξ καταγραφή.
Ευρωπαϊκό πλαίσιο και η σοβαρότητα της απειλής
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα ευρήματα του ECDC αποκαλύπτουν ότι η κατάσταση επιδεινώθηκε σε σύγκριση με την προηγούμενη μελέτη των ετών 2013-2014. Η συνδυασμένη μέση επίπτωση των μικροβίων που παράγουν καρβαπενεμάσες — δηλαδή ένζυμα που τα καθιστούν ανθεκτικά σε αντιβιοτικά κρίσιμης σημασίας — καταγράφει αύξηση, φωτίζοντας μια ανησυχητική τάση στα νοσοκομεία της ηπείρου. Το βασικό μήνυμα της έκθεσης είναι σαφές: στην Ευρώπη δεν υπάρχει μία ενιαία «επιδημία» ανθεκτικών μικροβίων, αλλά πολλές διαφορετικές εστίες, με χώρες που εμφανίζουν σποραδικά περιστατικά και άλλες όπου η παρουσία τέτοιων στελεχών είναι πιο εδραιωμένη. Αυτή η ποικιλομορφία σημαίνει ότι η αντιμετώπιση δεν μπορεί να βασίζεται σε γενικές πολιτικές, αλλά χρειάζεται συστηματική επιτήρηση, γρήγορη ανίχνευση και στοχευμένα μέτρα μέσα στα νοσοκομεία.

Τα ανθεκτικά μικρόβια απειλούν την αποτελεσματικότητα των θεραπειών σε σοβαρές λοιμώξεις, κυρίως σε ασθενείς με εξασθενημένο ανοσοποιητικό ή σε νοσηλεία σε μονάδες εντατικής θεραπείας. Τα βακτήρια που είναι ανθεκτικά στις καρβαπενέμες αποτελούν ιδιαίτερη πρόκληση, καθώς αυτή η κατηγορία αντιβιοτικών θεωρείται «τελευταία γραμμή άμυνας» στη θεραπεία πολλαπλά ανθεκτικών λοιμώξεων. Όταν ένα βακτήριο αναπτύσσει αντοχή και σε αυτές, οι θεραπευτικές επιλογές στενεύουν δραματικά. Η ταυτόχρονη ανάπτυξη αντοχής στην κολιστίνη — αντιβιοτικό που χρησιμοποιείται ως εναλλακτική όταν άλλες θεραπείες αποτυγχάνουν — καθιστά ορισμένα στελέχη ουσιαστικά ανίκητα από τα διαθέσιμα φάρμακα.
Τι ζητά το ECDC για να αντιμετωπιστεί η εξάπλωση
Το ECDC υπογραμμίζει στην έκθεσή του ότι η αντιμετώπιση της αντοχής στα αντιβιοτικά απαιτεί συστηματική και συνεχή επιτήρηση στα νοσοκομεία κάθε χώρας. Για την Ελλάδα ειδικότερα, οι ερευνητές τονίζουν ότι η επιβεβαιωμένη συνέχιση κυκλοφορίας του στελέχους Klebsiella pneumoniae ST39 με το γονίδιο blaKPC-2 καθιστά αναγκαία τη στενή παρακολούθηση, ώστε να περιοριστεί η περαιτέρω διασπορά. Η γονιδιωματική ανάλυση αποδείχθηκε κρίσιμο εργαλείο για τον εντοπισμό των νέων κλώνων, και ο οργανισμός ενθαρρύνει τα κράτη-μέλη να επενδύσουν στις αντίστοιχες δυνατότητες. Η ανίχνευση στο πρώιμο στάδιο και η άμεση εφαρμογή μέτρων ελέγχου λοιμώξεων μέσα στα νοσοκομεία παραμένουν οι πιο αποτελεσματικές στρατηγικές για να αποτραπεί η εξάπλωση ανθεκτικών στελεχών.




