Η κατάσταση στα πρατήρια καυσίμων της Ελλάδας γίνεται από μέρα σε μέρα πιο ασφυκτική για εκατομμύρια νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Το ράλι του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι και η διαρκώς κλιμακούμενη ένταση στη Μέση Ανατολή έχουν εκτοξεύσει τις τιμές στην αντλία σε επίπεδα που δεν είχαμε δει εδώ και καιρό. Τα σενάρια για αποκλιμάκωση κάτω από το ψυχολογικό όριο των 2 ευρώ ανά λίτρο φαίνονται πλέον μακρινά, ενώ παράγοντες της αγοράς προειδοποιούν ανοιχτά για περαιτέρω ανατιμήσεις τους προσεχείς μήνες. Η αγορά βρίσκεται σε κατάσταση έντονης αβεβαιότητας, με το βλέμμα στραμμένο στις εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο και στην πορεία των διαπραγματεύσεων μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ.
Τα επίσημα στοιχεία του Παρατηρητηρίου Καυσίμων του Υπουργείου Ανάπτυξης για τις 17 Μαΐου 2026 αποτυπώνουν με ακρίβεια το μέγεθος της ανατίμησης που έχει συντελεστεί. Η αμόλυβδη βενζίνη 95 οκτανίων έχει εκτιναχθεί στα 2,113 ευρώ ανά λίτρο, έναντι 1,752 ευρώ που ήταν πριν ξεκινήσουν οι πολεμικές επιχειρήσεις στο Ιράν. Πρόκειται για άλμα άνω των 36 λεπτών ανά λίτρο σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα, επιβάρυνση που για τον μέσο οδηγό μεταφράζεται σε αρκετά ευρώ επιπλέον κόστος κατά κάθε ανεφοδιασμό. Σε ορισμένα πρατήρια οι τιμές έχουν ήδη ξεπεράσει και αυτόν τον μέσο όρο, φτάνοντας τα 2,12 με 2,13 ευρώ το λίτρο.
Τα νησιά πληρώνουν ακόμη πιο ακριβά
Οι κάτοικοι των Κυκλάδων και των Δωδεκανήσων αντιμετωπίζουν ήδη τιμές που ξεπερνούν ακόμα και τα ψηλότερα εθνικά επίπεδα, καθώς τα νησιωτικά πρατήρια επιβαρύνονται με επιπλέον κόστος μεταφοράς και διανομής. Η γεωγραφική τους απομόνωση τούς καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτους στις διακυμάνσεις των διεθνών αγορών ενέργειας. Παράλληλα, σημαντικό άλμα καταγράφει και το πετρέλαιο κίνησης, το οποίο έφτασε τα 1,814 ευρώ ανά λίτρο στις 17 Μαΐου, από 1,568 ευρώ που ήταν πριν ξεκινήσει η σύρραξη. Ωστόσο, χάρη στην επιδότηση στην αντλία που εφαρμόζει η κυβέρνηση, το ντίζελ διατηρείται κοντά στο 1,80 ευρώ, σε σχετικά χαμηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, και εκεί αναμένεται να παραμείνει τις επόμενες ημέρες.
Ο Νίκος Παπαγεωργίου, πρόεδρος των βενζινοπωλών Αττικής, μίλησε στο ertnews και έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα στους καταναλωτές: η τιμή της βενζίνης αναμένεται να ξεπεράσει τα 2,10 ευρώ εντός της τρέχουσας εβδομάδας. Ο Παπαγεωργίου εξήγησε ότι αυτή η εξέλιξη οφείλεται άμεσα στην ανασφάλεια και την αβεβαιότητα που επικρατεί στην περιοχή του Κόλπου, και όχι σε κερδοσκοπικές πρακτικές. Η αγορά δεν αντιδρά μόνο στις σημερινές τιμές του αργού πετρελαίου, αλλά ήδη προεξοφλεί τις συνέπειες μιας παρατεταμένης κρίσης. Αν οι προβλέψεις των παραγόντων της αγοράς επαληθευτούν, η αμόλυβδη μπορεί να οδηγηθεί στα 2,5 ευρώ ανά λίτρο, ενώ και το πετρέλαιο κίνησης θα δοκιμάσει το ψυχολογικό φράγμα των 2 ευρώ.
Τα Στενά του Ορμούζ στο επίκεντρο της κρίσης
Στον πυρήνα της παγκόσμιας ενεργειακής αναταραχής βρίσκεται ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ, μέσα από τα οποία διέρχεται ένα σημαντικό ποσοστό του παγκόσμιου εφοδιασμού σε πετρέλαιο. Η διαταραχή της προσφοράς που προκαλεί αυτός ο αποκλεισμός αποτελεί ισχυρό κλονισμό για τις διεθνείς αγορές ενέργειας, με αλυσιδωτές επιπτώσεις σε κάθε οικονομία. Διεθνείς οργανισμοί έχουν ήδη εκδώσει προειδοποιήσεις ότι τα εμπορικά αποθέματα πετρελαίου θα αρχίσουν να μειώνονται, καθώς οι χώρες αντλούν από τα στρατηγικά τους αποθέματα για να καλύψουν τις ανάγκες της αγοράς. Όταν αυτά περιοριστούν σημαντικά, οι τιμές αναμένεται να δεχθούν νέα ισχυρή ανοδική πίεση που θα αντικατοπτριστεί άμεσα στην αντλία.
Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη κι αν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ και το αργό πετρέλαιο σταθεροποιηθεί, οι ειδικοί δεν αποκλείουν νέες αυξήσεις στην αντλία λόγω χρονικής υστέρησης στη μεταφορά των αλλαγών στις τελικές τιμές. Παράλληλα, η αυξημένη καλοκαιρινή ζήτηση λόγω τουρισμού και οδικής κυκλοφορίας αναμένεται να διατηρήσει ψηλά τις τιμές κατά τη θερινή περίοδο. Η αγορά ήδη προεξοφλεί συνέχεια της κρίσης, θεωρώντας αναγκαία την παράταση των κυβερνητικών μέτρων στήριξης, όπως η επιδότηση της διυλιστηριακής τιμής και το fuel pass. Παρά τις παρεμβάσεις αυτές, το κόστος καυσίμων αυξάνεται σταθερά, αποτελώντας ένα βαρύ «βραχνά» τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τις επιχειρήσεις που καλούνται να διαχειριστούν ολοένα ανεβαίνοντα λειτουργικά έξοδα.




