Σε νέα φάση φαίνεται να εισέρχεται η ευρωπαϊκή διπλωματία γύρω από τον πόλεμο στην Ουκρανία, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να εξετάζει σοβαρά τον διορισμό ενός κοινού διαπραγματευτή για πιθανές συνομιλίες με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν. Σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times, η κίνηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία οι αμερικανορωσικές ειρηνευτικές προσπάθειες παραμένουν σε αδιέξοδο, αφήνοντας τους Ευρωπαίους παρατηρητές στο περιθώριο μιας διαδικασίας που αφορά άμεσα τη γηραιά ήπειρο. Η πρωτοβουλία αντικατοπτρίζει την αυξανόμενη ανησυχία των ευρωπαϊκών πρωτευουσών για τον αποκλεισμό τους από έναν γεωπολιτικό διάλογο κρίσιμης σημασίας. Οι υπουργοί Εξωτερικών της ΕΕ αναμένεται να συζητήσουν το θέμα σε συνάντηση που θα πραγματοποιηθεί στην Κύπρο την επόμενη εβδομάδα, όπου θα αξιολογήσουν την καταλληλότητα των υποψηφίων για τον ρόλο.
Οι υποψήφιοι για το αξίωμα του ευρωπαίου διαπραγματευτή
Τα ονόματα που κυκλοφορούν στους διαδρόμους των Βρυξελλών για αυτό το κρίσιμο αξίωμα είναι βαρυσήμαντα. Ο Μάριο Ντράγκι, πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και γνωστός για την ικανότητά του να χειρίζεται πολύπλοκες διαπραγματεύσεις, αποτελεί έναν από τους επικρατέστερους υποψηφίους. Παράλληλα, στο τραπέζι έχει πέσει το όνομα της Άνγκελα Μέρκελ, πρώην καγκελαρίου της Γερμανίας, η οποία διαθέτει μακρά εμπειρία στις επαφές με τη Μόσχα από τα χρόνια της θητείας της. Επιπλέον, συζητούνται και τα ονόματα του νυν προέδρου της Φινλανδίας Αλεξάντερ Στουμπ, καθώς και του προκατόχου του Σάουλι Νιινίστο — δύο ηγετών που προέρχονται από χώρα που μοιράζεται μακρά σύνορα με τη Ρωσία και κατανοούν εκ των έσω τη λογική της Μόσχας. Η τελική απόφαση θα ληφθεί αφού αξιολογηθεί η ικανότητα κάθε υποψηφίου να διατηρήσει ανοιχτές γραμμές επικοινωνίας με τον Πούτιν.
Αξιοσημείωτη είναι η στάση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ, η οποία, αν και απορροφημένη από τον πόλεμο στο Ιράν, έχει ενημερώσει τους ευρωπαίους ομολόγους της ότι δεν εναντιώνεται σε παράλληλες ευρωπαϊκές επαφές με τον Πούτιν. Σύμφωνα με τρεις πηγές που επικαλούνται οι Financial Times, στελέχη κοντά στην αμερικανική πλευρά παραδέχτηκαν ότι οι υπάρχουσες προσπάθειες της Ουάσινγκτον «δεν αποδίδουν», ανοίγοντας έτσι ουσιαστικά τον δρόμο για ευρωπαϊκή πρωτοβουλία. Ωστόσο, το θεμελιώδες ερώτημα παραμένει αναπάντητο: ποιος μπορεί να μιλήσει αποτελεσματικά εκ μέρους μιας ένωσης 27 κρατών με διαφορετικές ευαισθησίες και αντικρουόμενα συμφέροντα; Η ΕΕ είχε διακόψει τις επίσημες επικοινωνίες με τη Μόσχα μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, γεγονός που καθιστά οποιαδήποτε επανέναρξη διαλόγου ιδιαίτερα λεπτή υπόθεση.
Η στάση Ζελένσκι, Μέρκελ και Πούτιν στο παιχνίδι της διπλωματίας
Ο Αντόνιο Κόστα, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ήταν ο πρώτος που έθεσε ανοιχτά το ζήτημα, δηλώνοντας αυτόν τον μήνα ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση προετοιμάζεται για «ενδεχόμενες συνομιλίες με τον Πούτιν». Σε αυτό το πλαίσιο, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με τον Κόστα, τόνισε ότι η Ευρώπη πρέπει να έχει «ισχυρή φωνή και παρουσία» σε οποιονδήποτε διάλογο με τη Μόσχα. Ο Ζελένσκι υπέδειξε συγκεκριμένα ότι θα ήθελε να δει «κάποιον όπως ο Ντράγκι» ή «έναν ισχυρό τρέχοντα ηγέτη» στο τιμόνι της ευρωπαϊκής πλευράς, υπογραμμίζοντας ότι ο διορισμός αυτός δεν είναι τυπικής αλλά καθαρά ουσιαστικής σημασίας. Είναι σαφές ότι το Κίεβο επιθυμεί να έχει στο τραπέζι έναν ευρωπαίο εταίρο με πραγματικό πολιτικό βάρος.
Η Μέρκελ, από την πλευρά της, δεν έχει μείνει αμέτοχη στη συζήτηση. Η πρώην καγκελάριος εξέφρασε τη λύπη της για τον αποκλεισμό της Ευρώπης από τις διαπραγματεύσεις, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι η υποτίμηση του Πούτιν ως διαπραγματευτή αποτελεί στρατηγικό λάθος — ενώ οι δυνατότητες της ίδιας της ΕΕ δεν πρέπει να υποτιμώνται. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ίδιος ο Πούτιν έχει δηλώσει ανοιχτός σε επαφές με ευρωπαίο εκπρόσωπο, θέτοντας ωστόσο τη δική του προϋπόθεση: ο υποψήφιος να μην έχει εκφωνήσει «κάθε είδους δυσάρεστα πράγματα» για τη Ρωσία. Παράλληλα, διπλωματικές πηγές αναφέρουν ότι η Μόσχα ενδεχομένως να προτιμούσε έναν διάλογο με μία μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη ξεχωριστά, παρά με την ΕΕ στο σύνολό της — μια διάκριση που δεν αφήνει αδιάφορες τις Βρυξέλλες.
Ωστόσο, αρκετά κράτη-μέλη αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα ολόκληρη αυτή την προοπτική. Οι ανησυχίες εστιάζονται στον κίνδυνο να αναδειχθούν οι εσωτερικές διαφορές της Ένωσης κατά τη διάρκεια των συνομιλιών, υπονομεύοντας τη διατήρηση μιας ενιαίας θέσης απέναντι στη Ρωσία. Η επιλογή του κατάλληλου προσώπου αποτελεί συνεπώς απόφαση κρίσιμης σημασίας: θα καθορίσει αν η Ευρώπη θα αποκτήσει επιτέλους ουσιαστική φωνή σε μία από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές κρίσεις της εποχής μας, ή αν θα παραμείνει για μία ακόμη φορά αμέτοχη θεατής.




