Η δυσοσμία στην Αττική και τα ευρήματα του ΕΛΚΕΘΕ
Κοινωνία

Η δυσοσμία στην Αττική και τα ευρήματα του ΕΛΚΕΘΕ

22 Μαΐου 2026|4 λεπτά ανάγνωση

Έντονη δυσάρεστη οσμή έγινε αισθητή το μεσημέρι της Τρίτης 19 Μαΐου 2026 σε αρκετές περιοχές της Αττικής, κυρίως κατά μήκος του παραλιακού μετώπου, προκαλώντας έντονη ανησυχία στους κατοίκους. Το Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ) έσπευσε να δημοσιοποιήσει τα πρώτα επιστημονικά δεδομένα από τις αποστολές πεδίου που διεξήχθησαν στον Σαρωνικό Κόλπο. Τα αποτελέσματα, αν και δεν δίνουν οριστική απάντηση για την πηγή της οσμής, αποκλείουν σειρά φυσικών θαλάσσιων αιτιών. Ο διευθυντής του κέντρου τόνισε ρητά ότι η προέλευση της οσμής ήταν από ανθρωπογενή πηγή.

Τι έδειξαν οι έρευνες στον Σαρωνικό

Το ωκεανογραφικό σκάφος «Αιγαίο» πραγματοποίησε δύο αποστολές στον Εσωτερικό Σαρωνικό Κόλπο, στις 10 και στις 19 Μαΐου 2026. Η δεύτερη αποστολή έπεσε χρονικά ακριβώς την ημέρα που αναφέρθηκε το φαινόμενο της δυσοσμίας, γεγονός που επέτρεψε στους επιστήμονες να πραγματοποιήσουν επιτόπιες μετρήσεις σε πραγματικό χρόνο. Οι εργασίες πεδίου αφορούσαν την οικολογική ποιότητα του θαλάσσιου περιβάλλοντος σε περιοχές του Εσωτερικού Σαρωνικού, στο πλαίσιο μακροχρόνιων προγραμμάτων παρακολούθησης. Κατά τη διάρκεια αυτών των εργασιών δεν παρατηρήθηκαν ενδείξεις υποβάθμισης του θαλάσσιου περιβάλλοντος στις περιοχές που εξετάστηκαν.

Τα ευρήματα των επιστημόνων αποκλείουν συγκεκριμένα ενδεχόμενα που είχαν τεθεί ως πιθανά αίτια για τη δυσοσμία. Πιο συγκεκριμένα, το ΕΛΚΕΘΕ αναφέρει ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις εκτεταμένων ανοξικών λεκανών στον Εσωτερικό Σαρωνικό, ενώ δεν έχουν καταγραφεί συγκεντρώσεις υδρόθειου στον πυθμένα που να μπορούν να δικαιολογήσουν έντονη δυσοσμία σε τόσο μεγάλη κλίμακα. Παράλληλα, δεν εντοπίστηκε μαζική έξαρση φυτοπλαγκτονικών πληθυσμών ή εκτεταμένες διεργασίες αποσύνθεσης που συνήθως συνδέονται με παραγωγή δύσοσμων αερίων. Οι μακροχρόνιες μετρήσεις και οι επιστημονικές δημοσιεύσεις για τον Σαρωνικό δεν δείχνουν άλλωστε ύπαρξη εκτεταμένων ανοξικών ζωνών στην περιοχή.

Ωκεανογραφικό σκάφος Αιγαίο Σαρωνικός Κόλπος έρευνα

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται επίσης στο φαινόμενο του upwelling, δηλαδή της ανάβλυσης ανοξικών υδάτινων μαζών από τον βυθό προς την επιφάνεια. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα ωκεανογραφικά και μετεωρολογικά δεδομένα, ένα τέτοιο φαινόμενο δεν τεκμηριώνεται για την ημέρα του συμβάντος. Το ΕΛΚΕΘΕ υλοποιεί τις έρευνές του στο πλαίσιο ευρωπαϊκών Οδηγιών, όπως η Οδηγία-Πλαίσιο για τα Ύδατα (2000/60/ΕΚ) και η Οδηγία για τη Θαλάσσια Στρατηγική (2008/56/ΕΚ), σε συνεργασία με την ΕΥΔΑΠ.

Ανθρωπογενής η πηγή — το ερώτημα παραμένει ανοιχτό

Ο διευθυντής του ΕΛΚΕΘΕ ήταν κατηγορηματικός σε ανάρτησή του: η οσμή δεν προέρχεται από φυσική ωκεανογραφική διεργασία στον Σαρωνικό Κόλπο. Η δήλωση αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς αποκλείει τη θάλασσα ως φυσική πηγή και στρέφει την προσοχή προς ανθρώπινες δραστηριότητες ή εγκαταστάσεις. Ωστόσο, ο ακριβής εντοπισμός της πηγής δεν έχει γίνει δημόσια γνωστός, και οι έρευνες για τα αίτια της δυσοσμίας παραμένουν σε εξέλιξη. Η ανακοίνωση προκάλεσε αναστάτωση στους κατοίκους της Αττικής, καθώς πολλοί είχαν στραφεί σε σενάρια θαλάσσιας ρύπανσης για να εξηγήσουν το φαινόμενο.

Το ΕΛΚΕΘΕ τόνισε ότι η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και η αξιόπιστη ενημέρωση των πολιτών απαιτούν «ψυχραιμία, διαφάνεια και επιστημονική τεκμηρίωση». Ο φορέας δεσμεύτηκε να συνεχίσει τη δημόσια ενημέρωση με βάση πραγματικά δεδομένα, συστηματικές μετρήσεις και επιστημονικά ελεγμένη γνώση. Η έκκληση για ψυχραιμία από επιστημονικό φορέα δείχνει ότι το θέμα είχε λάβει σημαντικές διαστάσεις στη δημόσια συζήτηση, με διάδοση σεναρίων και εικασιών που δεν επαληθεύονταν από τα επιστημονικά δεδομένα.

Τι ακολουθεί: Νέα αποστολή στις 26 Μαΐου

Παρά τα πρώτα καθησυχαστικά ευρήματα, το ΕΛΚΕΘΕ δεν κλείνει την έρευνα. Έχει ήδη προγραμματιστεί νέα στοχευμένη αποστολή δειγματοληψίας για τις 26 Μαΐου 2026, με επίκεντρο τον Εσωτερικό Σαρωνικό και τον Κόλπο της Ελευσίνας. Η νέα αποστολή θα εξετάσει πρόσθετες παραμέτρους και θα επιτρέψει στους επιστήμονες να αξιολογήσουν το σύνολο των πιθανών παραγόντων που θα μπορούσαν να συνδέονται με το περιστατικό. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι έρευνες πραγματοποιούνται και στο πλαίσιο παρακολούθησης των επιπτώσεων από τη λειτουργία του Κέντρου Επεξεργασίας Λυμάτων Ψυττάλειας (ΚΕΛΨ), μιας εγκατάστασης που βρίσκεται σε άμεση γεωγραφική εγγύτητα με την περιοχή του φαινομένου. Τα αποτελέσματα της νέας αποστολής αναμένεται να δώσουν σαφέστερη εικόνα για την προέλευση της δυσοσμίας.

Σχετικά άρθρα