Πρωτοφανής ένταση επικράτησε στο ελληνικό Κοινοβούλιο το πρωί της Πέμπτης 22 Μαΐου, όταν ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς ανέβηκε στο βήμα και εκτόξευσε σφοδρές επιθέσεις εναντίον της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη. Η ομιλία του δεν έμοιαζε με συνηθισμένη κοινοβουλευτική κριτική — ήταν κάτι βαθύτερο και πολύ πιο δομημένο, μια πολιτική διακήρυξη που άγγιξε εθνικά ζητήματα, το σκάνδαλο των υποκλοπών, αλλά και την ίδια την ταυτότητα της Νέας Δημοκρατίας. Ο Σαμαράς επικαλέστηκε τον ιδρυτή του κόμματος Κωνσταντίνο Καραμανλή, μίλησε εξ ονόματος του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή και τοποθετήθηκε απέναντι στην κυβέρνηση σε όλα τα μεγάλα ζητήματα. Η ατμόσφαιρα στην αίθουσα ήταν φορτισμένη από τα πρώτα λεπτά της παρέμβασής του.
Η χρονική στιγμή δεν ήταν καθόλου τυχαία
Η επιλογή της συγκεκριμένης ημερομηνίας για να μιλήσει ο Σαμαράς δεν περνά απαρατήρητη από κανέναν πολιτικό αναλυτή. Μία μέρα μετά την επίσημη ανακοίνωση του νέου κόμματος του Νίκου Καρυστιανού, και λίγα 24ωρα πριν την αναμενόμενη ανακήρυξη του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα, ο πρώην πρωθυπουργός επέλεξε να παρουσιάσει κάτι που έμοιαζε με ιδεολογική πλατφόρμα και όχι με απλή κριτική. Σε αυτό το πλαίσιο, πολλοί παρατηρητές διέκριναν στη στάση του Σαμαρά μια προσπάθεια να οριοθετήσει τον δικό του πολιτικό χώρο μέσα στο ταραγμένο τοπίο που διαμορφώνεται εκ νέου στη δεξιά παράταξη. Παράλληλα, η αναφορά του στον Κωνσταντίνο Καραμανλή λειτούργησε ως σήμα προς τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους που αισθάνονται αποξενωμένοι από την υπάρχουσα ηγεσία. Η επιλογή του βήματος της Βουλής ως χώρου αυτής της τοποθέτησης δεν ήταν τυχαία — πρόσδιδε θεσμικό βάρος σε ό,τι αλλιώς θα έμοιαζε με κομματική ανακοίνωση.
Στο μέτωπο των εθνικών θεμάτων, ο Σαμαράς εξέφρασε έντονη ανησυχία για τις κινήσεις που πραγματοποιεί η Τουρκία το τελευταίο διάστημα, χωρίς να αφήσει ανεπικρίτη τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις. Στα πυρά του συμπεριέλαβε και τον υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη, τον οποίο θεώρησε συνυπεύθυνο για τη διαχείριση των εξωτερικών υποθέσεων. Ωστόσο, το πυρ που επεφύλαξε για το σκάνδαλο των υποκλοπών ήταν ασύγκριτα πιο καταστροφικό για την κυβέρνηση, καθώς ο ίδιος υπήρξε ένας από τους στόχους παρακολούθησης. Η προσωπική διάσταση ήταν εμφανής σε κάθε φράση που εκστόμισε.
Η καυτή αντιπαράθεση για το σκάνδαλο Predator
Το κεντρικό σημείο της ομιλίας ήταν αναμφίβολα η σφοδρή κριτική του Σαμαρά για το σκάνδαλο παρακολούθησης με το λογισμικό Predator. Επικαλέστηκε δημόσια δήλωση του Μητσοτάκη από το Συνέδριο της ΝΔ, στην οποία ο πρωθυπουργός ρωτούσε ρητορικά «ποιος θα σηκώσει το τηλέφωνο στις 3 τα ξημερώματα στο Μέγαρο Μαξίμου», υπονοώντας ότι είναι ο μόνος ικανός για τη θέση. Ο Σαμαράς δεν αρκέστηκε μόνο να αποδομήσει τον ισχυρισμό — επισήμανε ότι πρόκειται για αντιγραφή παλιάς διαφήμισης της Χίλαρι Κλίντον, χαρακτηρίζοντάς το αποκαλυπτικά «σύνηθες». Κατόπιν τον ρώτησε ευθέως: αν κτύπησε το τηλέφωνο για να μάθει ότι παρακολουθούνταν μέλη του υπουργικού συμβουλίου, η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων και ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός — και τι έκανε τελικά όταν το έμαθε.
Το επίσημο αφήγημα της κυβέρνησης, όπως το παρέθεσε ο Σαμαράς, θέλει τέσσερις ιδιώτες — εκ των οποίων δύο αλλοδαποί — να κατάφεραν να εξαπατήσουν ολόκληρο το κράτος και να παρακολουθούν επιλεγμένους στόχους με το Predator. Ο πρώην πρωθυπουργός απηύθυνε μια σειρά κρίσιμων ερωτημάτων που έμειναν αναπάντητα: ποιος λόγος θα ωθούσε αυτούς τους «ιδιώτες» να προβούν σε υποκλοπές; πού εδρεύανε; πώς επελέγησαν οι στόχοι; και — ίσως το πιο ανησυχητικό — υπάρχει πιθανότητα το συλλεχθέν υλικό να βρίσκεται ακόμα σε ξένα χέρια; Σε αυτό το πλαίσιο, κανένα κράτος στον κόσμο, υποστήριξε ο Σαμαράς, δεν θα άφηνε αναπάντητα τέτοια ερωτήματα — ιδίως για λόγους εθνικής ασφαλείας. Κι όμως, είπε, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη αποτελεί ακριβώς αυτή την εξαίρεση.
Με τρόπο που έθετε ευθέως ζητήματα ευθύνης, ο Σαμαράς κατέληξε σε ένα ισχυρό συμπέρασμα: αν τα πράγματα σταματούσαν εκεί, θα μπορούσε κανείς να μιλά απλώς για μια ακόμη «τραγική κυβερνητική αποτυχία του υπέροχου, αποτελεσματικού κι αλάνθαστου επιτελικού κράτους». Η σαρκαστική διατύπωση δεν άφηνε αμφιβολία για το ύψος της κριτικής που απέδιδε. Παράλληλα, η υπαινικτική του αναφορά — «εκτός κι αν δεν υπήρχε καμία ανάγκη να κτυπήσει το τηλέφωνο» — εισήγαγε μια πολύ σκοτεινότερη ερμηνεία για τη σιωπή της κυβέρνησης. Η ομιλία ολοκληρώθηκε με τον Σαμαρά να αναγγέλλει κι άλλα να ακολουθήσουν, σε ένα σκηνικό πολιτικής αναταραχής που μόλις αρχίζει να ξετυλίγεται.




