Η αποκάλυψη του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα, της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛΑΣ), άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην ελληνική πολιτική σκηνή — και η κυβέρνηση δεν άργησε να πάρει θέση. Το Μέγαρο Μαξίμου εμφανίζεται αποφασισμένο να επικεντρωθεί στο παρελθόν του πρώην πρωθυπουργού, ξετυλίγοντας ένα συγκεκριμένο αφήγημα που στοχεύει να αναχαιτίσει κάθε πιθανή ανάκαμψή του στις δημοσκοπήσεις. Η αρχική αντίδραση ήταν άμεση, οξεία και με σαφή στρατηγικό στόχο: να υπενθυμίσει στους ψηφοφόρους γιατί απέρριψαν τον Τσίπρα στις τελευταίες εκλογές.
Οι κυβερνητικές πηγές σχολίασαν με ειρωνεία την εκτεταμένη επικοινωνιακή εκστρατεία που προηγήθηκε της παρουσίασης της ΕΛΑΣ, λέγοντας ότι ο Τσίπρας εμφανίστηκε «αμετανόητος και απαράλλαχτος». Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η κοινωνία επιθυμεί να προχωρήσει προς τα εμπρός με ακόμα μεγαλύτερη ταχύτητα, ενώ ο πρώην πρωθυπουργός — από την ονομασία του νέου κόμματός του έως τις υποσχέσεις που εκτοξεύει — φέρεται να θέλει να γυρίσει τη χώρα πολλές δεκαετίες πίσω. Αυτό αποτελεί και το κεντρικό πολιτικό δίλημμα που το Μαξίμου επιδιώκει να θέσει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.
Το ιστορικό βάρος της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ
Κεντρικό όπλο στη φαρέτρα της κυβέρνησης αποτελεί η ανάκληση της πολιτικής κληρονομιάς που άφησε ο Τσίπρας κατά την πρωθυπουργία του. Στελέχη του κυβερνώντος κόμματος επισημαίνουν με έμφαση ότι επί των ημερών του επιβλήθηκαν 29 νέοι φόροι, ενώ το βάρος της λιτότητας έπεσε στους συνταξιούχους και στους μισθωτούς, αφήνοντας αλώβητα τα ισχυρά οικονομικά στρώματα, όπως οι εφοπλιστές. Παράλληλα, υπενθυμίζουν ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ανέλαβε υποσχόμενη παροχές χωρίς οικονομική κάλυψη, πολιτική που αποδείχτηκε καταστροφική: οδήγησε στο τρίτο μνημόνιο, στο κλείσιμο των τραπεζών και στην επιβολή capital controls το 2015. Για την κυβέρνηση, αυτά τα γεγονότα αποτελούν μια αδιαπραγμάτευτη ιστορική πραγματικότητα που ο Τσίπρας δεν μπορεί να αλλάξει ανεξάρτητα από την επικοινωνιακή του στρατηγική.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Μέγαρο Μαξίμου θέτει και το ζήτημα της ανεξαρτησίας των θεσμών. Η τότε κυβέρνηση κατηγορείται για προσπάθεια χειραγώγησης της Δικαιοσύνης, με αναφορές στον λεγόμενο νόμο Παρασκευόπουλου, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα την αποφυλάκιση ατόμων που εκτίουν βαριές ποινές. Επιπλέον, επανέρχεται στο προσκήνιο η υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών, αλλά και οι φερόμενες προσπάθειες δημιουργίας ενός κρατικά ελεγχόμενου τηλεοπτικού καναλιού, γνωστού ανεπίσημα ως «SYRIZA Channel». Πρόκειται για μια σειρά κατηγοριών που αποσκοπούν να ζωγραφίσουν μια εικόνα κυβέρνησης που δεν σεβάστηκε τους δημοκρατικούς κανόνες.
Το διακύβευμα και η μάχη για τη δεύτερη θέση
Ωστόσο, η κυβέρνηση δεν αρκείται μόνο στην κριτική. Παράλληλα με την αποδόμηση του παρελθόντος του Τσίπρα, το Μαξίμου εστιάζει στα δικά της επιτεύγματα, προσπαθώντας να τοποθετήσει το μεγάλο πολιτικό διακύβευμα: αν οι πολίτες επιθυμούν να προχωρήσει η χώρα ακόμα πιο γρήγορα προς τα εμπρός ή αν προτιμούν την επιστροφή περίπου δέκα χρόνια πίσω. Πρόκειται για ένα δίλημμα που σχεδιάστηκε ώστε να αποδυναμώσει εκ των προτέρων κάθε επιχείρημα της ΕΛΑΣ, πριν καν αυτή παρουσιάσει το κοστολογημένο πρόγραμμά της.
Το βλέμμα της πολιτικής ανάλυσης στρέφεται τώρα αναπόφευκτα στις δημοσκοπήσεις που αναμένεται να διεξαχθούν τις επόμενες ημέρες. Το ερώτημα που απασχολεί τους πολιτικούς παρατηρητές δεν είναι πια αν η ΕΛΑΣ θα μπει στη Βουλή, αλλά αν ο Αλέξης Τσίπρας θα καταφέρει να ανταγωνιστεί τον Νίκο Ανδρουλάκη για τη δεύτερη θέση στις επόμενες εκλογές. Κυρίαρχη εκτίμηση στους κύκλους των αναλυτών είναι ότι χρειάζεται τουλάχιστον ένας μήνας για να αποτυπωθεί σαφής εικόνα της δυναμικής του νέου σχηματισμού. Μέχρι τότε, η ελληνική πολιτική σκηνή εισέρχεται σε μια φάση έντονης αναμέτρησης αφηγημάτων, με στόχο την κατάκτηση της κοινής γνώμης.




