Το Brexit δέκα χρόνια μετά: Η μεγάλη αυτοκαταστροφή
Διεθνή

Το Brexit δέκα χρόνια μετά: Η μεγάλη αυτοκαταστροφή

1 Ιουνίου 2026|4 λεπτά ανάγνωση

Υπάρχουν αποφάσεις που μια χώρα παίρνει και αμέσως μετά αρχίζει να τις μετανιώνει — αργά, επώδυνα, μέσα από σκληρές οικονομικές πραγματικότητες που δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί. Η Βρετανία βρίσκεται σήμερα ακριβώς σε αυτό το σημείο. Δέκα χρόνια μετά από το ιστορικό δημοψήφισμα του 2016, κατά το οποίο η βρετανική κοινωνία επέλεξε την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το κόστος της απόφασης εκείνης έχει γίνει πλέον αισθητό στην καθημερινή ζωή κάθε πολίτη. Δεν μιλάμε για αφηρημένα οικονομικά μεγέθη που συζητούν τεχνοκράτες — μιλάμε για χαμένες δουλειές, αυξημένους φόρους, μειωμένα εισοδήματα και μια χώρα που αγωνίζεται να ξαναβρεί τον χαμένο της δρόμο. Το ερώτημα που απασχολεί τους Βρετανούς σήμερα δεν είναι αν το Brexit πλήγωσε τη χώρα, αλλά πόσο βαθιά.

Το οικονομικό «αυτογκόλ» που κοστίζει δισεκατομμύρια

Τα νούμερα είναι αμείλικτα και μιλούν από μόνα τους. Το συνολικό κόστος του Brexit για τη βρετανική οικονομία εκτιμάται μεταξύ 180 και 240 δισεκατομμυρίων λιρών — ένα ποσό που αντιστοιχεί σε τεράστιες απώλειες για κάθε νοικοκυριό και κάθε επιχείρηση. Έρευνες δείχνουν ότι κάθε Βρετανός πολίτης έχει χάσει τουλάχιστον 21.000 ευρώ από τη στιγμή που ολοκληρώθηκε η αποχώρηση, ή χάνει ετησίως μεταξύ 2.000 και 3.400 λιρών — χρήματα που θα μπορούσαν να πηγαίνουν σε διακοπές, αποταμιεύσεις ή απλά στην κάλυψη βασικών αναγκών. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας είναι πλέον κατά 6% χαμηλότερο απ’ ό,τι θα ήταν εάν η Βρετανία παρέμενε μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας. Αυτή η διαφορά, αθροιστικά για εκατομμύρια πολίτες, αντιπροσωπεύει έναν τεράστιο πλούτο που απλά εξαφανίστηκε.

Οι επενδύσεις δεν πήγαν καλύτερα. Σύμφωνα με τα στοιχεία, μειώθηκαν κατά 12% έως 18%, ενώ παράλληλα δύο εκατομμύρια θέσεις εργασίας εξαφανίστηκαν — ανθρώπινες ζωές που αναγκάστηκαν να αναζητήσουν νέες ευκαιρίες είτε εντός της χώρας είτε στο εξωτερικό. Το εμπόριο κατέγραψε πτώση της τάξης του 15%, ενώ οι φόροι εκτοξεύτηκαν στο υψηλότερο επίπεδό τους από το 1945 — από τότε δηλαδή που η χώρα μάζευε τα συντρίμμια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η παραγωγικότητα κατέρρευσε, αφήνοντας τη βρετανική οικονομία να υστερεί έναντι των ευρωπαίων εταίρων της. Ωστόσο, ακόμα και αυτά τα στοιχεία, σοκαριστικά καθ’ εαυτά, αποτελούν μόνο ένα μέρος της ευρύτερης εικόνας των συνεπειών.

Στο πολύβουο Σίτι του Λονδίνου, η κάποτε λαμπερή εικόνα έχει αλλάξει. Πολλά από τα μεγαλύτερης ηλικίας επαγγελματικά ακίνητα του χρηματοπιστωτικού κέντρου στέκουν ερειπωμένα και άδεια, σαν φαντάσματα μιας εποχής που πέρασε ανεπιστρεπτί. Περισσότερες από 440 εταιρείες του χρηματοπιστωτικού τομέα επέλεξαν να μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους στην ηπειρωτική Ευρώπη μετά το δημοψήφισμα — μια εκκένωση που άφησε τα ίχνη της στο αστικό τοπίο της βρετανικής πρωτεύουσας. Σε αντίθεση με τα μοντέρνα και νεόκτιστα κτίρια που συνεχίζουν να λειτουργούν, τα παλαιότερα στέγαζαν επιχειρήσεις που επέλεξαν να αναζητήσουν ένα περιβάλλον με ευρωπαϊκή πρόσβαση.

Η πολιτική κρίση και το ερώτημα της επιστροφής

Η οικονομική κατάρρευση δεν θα μπορούσε παρά να τροφοδοτήσει και μια βαθιά πολιτική αναταραχή. Ο παραιτηθείς υπουργός Υγείας Γουές Στρίτινγκ αποκάλεσε το Brexit «ένα καταστροφικό λάθος», ζητώντας ταυτόχρονα την αντικατάσταση του πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ — ο ίδιος ο Στάρμερ είχε παραδεχθεί σε προγενέστερες δηλώσεις ότι «το Brexit έπληξε σημαντικά την οικονομία». Ο εμφύλιος που ξέσπασε στους Εργατικούς είναι ενδεικτικός της βαθύτερης πολιτικής σύγχυσης που επικρατεί στη χώρα, με αλληλοκατηγορίες για πολιτική αυτοκτονία και επαναδιατυπώσεις αιτημάτων επανασύνδεσης με την Ευρώπη. Παράλληλα, ο δημοφιλής δήμαρχος του Μάντσεστερ, Αντι Μπέρναμ, αντιλαμβάνεται ότι η αμφισβήτηση του Brexit ανοίγει τον δρόμο προς το Κοινοβούλιο — και δεν είναι ο μόνος.

Σε αυτό το πλαίσιο, τα αποτελέσματα δημοσκοπήσεων αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Σύμφωνα με έρευνα της More in Common, πάνω από το 50% των Βρετανών δηλώνει σήμερα ότι θα ψήφιζε υπέρ της παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση — μια ανατροπή που αντικατοπτρίζει την ωρίμανση της κοινής γνώμης μετά από δέκα χρόνια εμπειρίας με τις συνέπειες της εξόδου. Ωστόσο, το πολιτικό τοπίο παραμένει πολύπλοκο, καθώς ο Νάιτζελ Φαράζ και το κόμμα του Reform UK καταγράφουν εντυπωσιακή άνοδο σε περιοχές που κάποτε αποτελούσαν προπύργια της υπέρ-Brexit ψήφου. Η αντίφαση αυτή — ο λαός μετανιώνει για το Brexit, αλλά ψηφίζει κόμματα που το υπερασπίστηκαν — αποτυπώνει με τον πιο γλαφυρό τρόπο το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται η σύγχρονη βρετανική πολιτική.

Σε αυτό το σημείο, είναι χρήσιμο να θυμηθούμε ότι η Ελλάδα δεν ήταν άσχετη με παρόμοιες ιστορικές στιγμές — το δικό μας «Greferendum» του 2015 αποτελεί ένα ισχυρό παράδειγμα εθνικής κρισιμότητας και των συνεπειών που φέρνουν οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε ακραίο πολιτικό κλίμα. Η Βρετανία βίωσε το δικό της δημοψηφισματικό σταυροδρόμι και σήμερα μετρά τις επιπτώσεις. Τα επόμενα χρόνια θα αποδείξουν αν η χώρα θα βρει τον δρόμο επιστροφής στην ευρωπαϊκή οικογένεια ή θα συνεχίσει να πληρώνει το τίμημα μιας απόφασης που όλο και περισσότεροι χαρακτηρίζουν ως το μεγαλύτερο λάθος της σύγχρονης βρετανικής ιστορίας.

Σχετικά άρθρα