Για δεύτερη φορά ενώπιον του ανακριτή οδηγείται σήμερα, Παρασκευή 6 Ιουνίου, ο 41χρονος που έχει ομολογήσει τη δολοφονία της συζύγου του στην Καλαμάτα, σε μία υπόθεση που συγκλονίζει την κοινή γνώμη και αποκαλύπτει ένα σκοτεινό πορτρέτο ελέγχου, εμμονής και αποτρόπαιης βίας. Οι αρχές έχουν στρέψει το ενδιαφέρον τους σε δύο βασικούς άξονες: τη σκηνοθέτηση του τόπου του εγκλήματος και το βαθύτερο ψυχολογικό προφίλ ενός ανδρός που για μεγάλο χρονικό διάστημα παρακολουθούσε συστηματικά τη σύζυγό του. Η υπόθεση φωτίζει με τραγικό τρόπο ένα φαινόμενο που πλήττει αμίλητα πολλά σπιτικά, παραμένοντας κρυμμένο πίσω από κλειστές πόρτες και σιωπές που μπορεί να κοστίσουν ανθρώπινες ζωές.
Διαβάστε επίσης: Τα ορφανά κορίτσια της Καλαμάτας και η μάχη για την επιμέλειά τους
Κατά τη διάρκεια της έρευνας που πραγματοποιήθηκε στο διαμέρισμα του ζευγαριού στην Καλαμάτα, οι αρχές εντόπισαν έναν σκληρό δίσκο που περιείχε ηχητικές καταγραφές της συζύγου, συνολικής διάρκειας άνω της μίας ώρας. Το εύρημα αυτό θεωρείται από τους ερευνητές ως απτή απόδειξη της ελεγκτικής συμπεριφοράς που ασκούσε ο κατηγορούμενος. Παράλληλα, έχει προκύψει ότι ο 41χρονος είχε τοποθετήσει συσκευές GPS τόσο σε οχήματα όσο και σε κινητά τηλέφωνα της γυναίκας του, ενώ χρησιμοποιούσε και κάμερες για να παρακολουθεί τις κινήσεις της. Αυτή η ανατριχιαστική εικόνα ελέγχου αποτυπώνει με ανάγλυφο τρόπο μια σχέση που, πίσω από την εξωτερική της προσωπίδα, ήταν γεμάτη από απειλές και υποταγή.
Σαράντα πέντε μαχαιριές και ένα σκηνοθετημένο έγκλημα
Η αγριότητα της επίθεσης που δέχθηκε το θύμα είναι αποκαλυπτική: τουλάχιστον 45 μαχαιριές έπεσαν πάνω της, σε μια επίθεση που παραπέμπει σε οργισμένη μανία και όχι σε στιγμιαία παρόρμηση. Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν ήδη συγκεντρώσει οι αρχές, το έγκλημα αυτό δεν ήταν αποτέλεσμα «βρασμού ψυχής», όπως επιχειρεί να υποστηρίξει ο κατηγορούμενος. Ο 41χρονος φέρεται να αλλάζει συνεχώς εκδοχές: αρχικά ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε επίθεση πρώτος, ενώ αργότερα υποστήριξε ότι προηγήθηκε ένας έντονος καβγάς. Οι αντιφάσεις αυτές, σε συνδυασμό με τα φυσικά ευρήματα, στρέφουν τις εκτιμήσεις προς μια προμελετημένη πράξη.
Αποκαλυπτικά είναι και τα λεγόμενα του Γιώργου Καλλιακμάνη, επίτιμου προέδρου αστυνομικών υπαλλήλων ΝΑ Αττικής, ο οποίος μίλησε στο ΕΡΤnews. Σύμφωνα με τον Καλλιακμάνη, η σκηνοθέτηση του τόπου του εγκλήματος ήταν εμφανής από την πρώτη στιγμή. «Τα στοιχεία που σκηνοθέτησε έδειχναν από την αρχή ότι είναι σκηνοθετημένα και δεν είναι πραγματικά γεγονότα», ανέφερε χαρακτηριστικά. Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε στο γεγονός ότι το μαχαίρι τοποθετήθηκε στο αριστερό χέρι του θύματος — και μάλιστα στο πιο αδύναμο — κάτι που, σε συνδυασμό με τα σοβαρά τραύματα που είχε ήδη υποστεί η γυναίκα, καθιστά την εκδοχή της αυτοάμυνας τελείως αδύνατη.
Οι σήτες σιωπής που κανείς δεν άκουσε — ή δεν ήθελε να ακούσει
Σε αυτό το πλαίσιο, βαρύνουσα σημασία έχουν και οι μαρτυρίες των κατοίκων της περιοχής. Σύμφωνα με πληροφορίες του ΕΡΤnews, οι γείτονες κατέγραφαν εδώ και καιρό συχνούς καβγάδες από το διαμέρισμα, ενώ δεν έλειπαν και οι αναφορές για περιστατικά σωματικής βίας. Το πλέον ανησυχητικό περιστατικό ανάγεται σε λίγες μέρες πριν τη δολοφονία, όταν περαστικοί κάλεσαν την αστυνομία επειδή, όπως ανέφεραν οι ίδιοι, «νόμιζαν ότι σφάζουν μια γυναίκα». Παρά τις προσπάθειές τους, οι αστυνομικοί που έσπευσαν στο σημείο αδυνάτησαν να εντοπίσουν από ποιο ακριβώς διαμέρισμα προέρχονταν οι φωνές, με αποτέλεσμα η παρέμβαση να μην ολοκληρωθεί. Ένα ερώτημα παραμένει ανοιχτό και βαρύ: αν είχε εντοπιστεί τότε το σπίτι, θα μπορούσε να είχε σωθεί μια ζωή;
Ο Καλλιακμάνης αναφέρθηκε και στον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος ασκούσε ψυχολογική βία στη σύζυγό του: την απειλούσε ότι δεν θα ξαναδεί τα παιδιά της αν επιχειρούσε να φύγει από τη σχέση. Πρόκειται για μια κλασική τακτική ελέγχου και εκφοβισμού, που παγιδεύει τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας σε έναν φαύλο κύκλο από τον οποίο συχνά δεν βρίσκουν διέξοδο. «Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να κατηγορούμε το θύμα. Πρέπει να το εμψυχώσουμε, να το συμβουλεύουμε και να παρεμβαίνουμε όπου υπάρχει γνώση τέτοιων περιστατικών, ώστε να ενημερώνεται η αστυνομία», τόνισε με έμφαση ο έμπειρος αστυνομικός. Παράλληλα, οι ερευνητές εκτιμούν ότι από τις ηλεκτρονικές συσκευές που έχουν κατασχεθεί ενδέχεται να προκύψουν και νέα, αποκαλυπτικά στοιχεία για την υπόθεση.
Τα παιδιά του ζευγαριού νοσηλεύονται ακόμη στο νοσοκομείο, ενώ τους έχει γνωστοποιηθεί ότι η μητέρα τους υπέστη ατύχημα — μια σκληρή αλήθεια που κάποια στιγμή θα πρέπει να τους αποκαλυφθεί. Η υπόθεση αυτή, πέρα από τις νομικές της διαστάσεις, αναδεικνύει για άλλη μια φορά την ανάγκη για ουσιαστική κοινωνική εγρήγορση απέναντι στην ενδοοικογενειακή βία, που συχνά αφήνει τα σημάδια της ορατά αλλά αγνοημένα.




