Η Ελλάδα εξέρχεται οριστικά από κάθε μορφή ευρωπαϊκής επιτήρησης, σηματοδοτώντας μια ιστορική στροφή για την οικονομία της χώρας. Ο ΟΟΣΑ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσαν εκθέσεις που αναδεικνύουν την ανθεκτικότητα και τη δυναμική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, παρά τις πιέσεις που ασκεί η κρίση στη Μέση Ανατολή. Η Κομισιόν αφαίρεσε επίσημα την Ελλάδα από τον κατάλογο χωρών με μακροοικονομικές ανισορροπίες, κλείνοντας έναν κύκλο 16 χρόνων επιτήρησης που ξεκίνησε με τα μνημόνια.
Τι έδειξαν οι εκθέσεις ΟΟΣΑ και Κομισιόν
Οι δύο εκθέσεις που δόθηκαν στη δημοσιότητα τις προηγούμενες ημέρες ζωγραφίζουν μια εντυπωσιακά διαφορετική εικόνα σε σχέση με το παρελθόν. Η Ελλάδα, που για χρόνια αποτελούσε το πρόβλημα της ευρωζώνης λόγω υπερβολικών ελλειμμάτων, βαρύτατου χρέους και οικονομικής ύφεσης, εμφανίζεται πλέον ως παράδειγμα ισχυρής ανάπτυξης και ανθεκτικότητας. Ο ΟΟΣΑ προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης 1,9% το 2026 και 2% το 2027 για την ελληνική οικονομία, παρά τις αναθεωρήσεις που επέβαλε ο πόλεμος στο Ιράν. Η Κομισιόν εκτιμά ανάπτυξη 1,8% φέτος και 1,6% το 2027, ρυθμοί που ξεπερνούν κατά πολύ τους αντίστοιχους των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών οικονομιών.
Η σύγκριση με τις υπόλοιπες οικονομίες της ευρωζώνης είναι αποκαλυπτική. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Κομισιόν, η Γερμανία θα σημειώσει ανάπτυξη μόλις 0,6% το 2026 και 0,9% το 2027. Η Γαλλία αναμένεται να τρέξει με 0,8% και 1,1% αντίστοιχα, ενώ η Ιταλία περιορίζεται στο 0,5% και 0,6%. Η Ελλάδα, δηλαδή, ξεπερνά σε αναπτυξιακή δυναμική ακόμα και τις πιο ισχυρές οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ιδιαίτερα ανακουφιστική για τις αγορές είναι η πορεία του δημόσιου χρέους: ο ΟΟΣΑ προβλέπει μείωση στο 135,8% του ΑΕΠ φέτος, από 146,5% πέρυσι, με περαιτέρω αποκλιμάκωση στο 129,8% το 2027.

Ωστόσο, οι δύο εκθέσεις δεν συμπίπτουν απόλυτα στα νούμερα για το χρέος. Η Κομισιόν εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος θα διαμορφωθεί φέτος στο 140,7% του ΑΕΠ — από 146,1% πέρυσι — για να υποχωρήσει στο 134,4% το 2027. Και οι δύο οργανισμοί, πάντως, συμφωνούν στη σαφή πτωτική τάση, η οποία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα που αναμένεται να συνεχιστούν τα επόμενα χρόνια. Το χρέος της Ιταλίας, συγκριτικά, προβλέπεται να φτάσει στο 138,5% του ΑΕΠ φέτος και να ανέβει ακόμα υψηλότερα στο 139,2% το 2027.
Αντιδράσεις αγορών και προοπτικές αναβάθμισης
Οι χρηματαγορές έχουν ήδη αποτιμήσει θετικά αυτή την εξέλιξη. Η απόδοση του δεκαετούς ελληνικού ομολόγου κυμαίνεται στο 3,7%, επίπεδο χαμηλότερο από αυτό της Ιταλίας που βρίσκεται στο 3,78%. Για σύγκριση, η απόδοση του γαλλικού 10ετούς ομολόγου βρίσκεται στο 3,6%, του ισπανικού στο 3,45%, του πορτογαλικού στο 3,4%, ενώ το βρετανικό 10ετές έχει εκτοξευθεί στο 4,9%. Το γεγονός ότι τα ελληνικά ομόλογα αποδίδουν λιγότερο από τα ιταλικά αποτελεί ένδειξη της εμπιστοσύνης που δείχνουν πλέον οι επενδυτές στην ελληνική οικονομία.
Οικονομικοί αναλυτές εκτιμούν ότι οι θετικές εκθέσεις των δύο οργανισμών ανοίγουν τον δρόμο για νέα αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, ενδεχομένως ήδη από τον επόμενο γύρο αξιολογήσεων το φθινόπωρο. Η αναβάθμιση αυτή θα εντάσσεται εντός της επενδυτικής βαθμίδας, που σημαίνει βελτιωμένους όρους δανεισμού και μεγαλύτερη ελκυστικότητα για ξένες επενδύσεις. Παράλληλα, τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα που αναμένεται να συνεχιστούν τα επόμενα χρόνια αποτελούν το ισχυρό θεμέλιο που επιτρέπει την ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η ευρύτερη εικόνα μέσα στην οποία εντάσσεται η ελληνική επιτυχία. Την ίδια στιγμή που η Ελλάδα βγαίνει οριστικά από κάθε μορφή ευρωπαϊκής επιτήρησης, 10 χώρες της ευρωζώνης βρίσκονται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος. Η αντίθεση αυτή καταδεικνύει πόσο δρόμο έχει διανύσει η ελληνική οικονομία από τα σκοτεινά χρόνια της κρίσης. Οι αγορές, σύμφωνα με τους αναλυτές, τιμολογούν πλέον τόσο τη δυναμική ανάπτυξης όσο και τη δημοσιονομική πειθαρχία — δύο τομείς στους οποίους η Ελλάδα εμφανίζει ισχυρές επιδόσεις ακόμα και σε συνθήκες γεωπολιτικής αστάθειας λόγω του πολέμου στο Ιράν.




