Ένα ζήτημα που έχει αναδείξει έντονες αντιδράσεις στο διαδίκτυο και στα πολιτικά κόμματα βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση τις τελευταίες ημέρες: η ριζική αναθεώρηση του τρόπου υπολογισμού των μισθών του ανώτερου κλήρου της Ελλαδικής Εκκλησίας. Η σχετική ρύθμιση περιλαμβάνεται στο πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών και προβλέπει αυξήσεις που ξεκινούν από 60% και φτάνουν έως και το 95%, ανάλογα με τα ακαδημαϊκά προσόντα των ιεραρχών. Πρόκειται για μία ρύθμιση που, σύμφωνα με εκκλησιαστικές πηγές, επιδιώκει τον εξορθολογισμό και τη «θεσμική εξομοίωση» των αποδοχών, φέρνοντας τον κλήρο σε αντιστοιχία με άλλες κρατικές κατηγορίες αξιωματούχων.
Τι έπαιρναν έως τώρα ο Αρχιεπίσκοπος και οι Μητροπολίτες
Για να κατανοηθεί το πραγματικό μέγεθος της αλλαγής, αξίζει να δούμε από πού ξεκινάμε. Ο Αρχιεπίσκοπος λαμβάνει σήμερα μικτές αποδοχές που κυμαίνονται μεταξύ 2.840 και 2.915 ευρώ μηνιαίως, ανάλογα με το αν συμπεριλαμβάνεται επίδομα μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου. Σε καθαρά ποσά, αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 1.800 ευρώ το μήνα — ένα νούμερο που πολλοί θεωρούν χαμηλό για τον επικεφαλής μιας από τις μεγαλύτερες Ορθόδοξες Εκκλησίες παγκοσμίως. Παράλληλα, οι Μητροπολίτες και οι τιτουλάριοι μητροπολίτες λαμβάνουν από 2.400 έως 2.475 ευρώ μικτά, ενώ οι καθαρές αποδοχές των επισκόπων βρίσκονται κοντά στα 1.500 ευρώ. Το γεγονός που έχει προκαλέσει ιδιαίτερη εντύπωση είναι ότι οι μισθοί αυτοί ήταν χαμηλότεροι ακόμη και από εκείνους των μουφτήδων, κάτι που δυσκολεύει τη θεσμική αξιοπρέπεια της θρησκευτικής ιεραρχίας στην αντίληψη πολλών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η νέα ρύθμιση επιλέγει έναν σαφή δείκτη αναφοράς: τις αποδοχές των Γενικών Γραμματέων υπουργείων, που ανέρχονται στα 5.191 ευρώ μικτά μηνιαίως. Ο Αρχιεπίσκοπος, οι Μητροπολίτες και οι τιτουλάριοι μητροπολίτες θα λαμβάνουν το 90% των αποδοχών αυτών, δηλαδή 4.671,90 ευρώ μικτά. Αυτό σημαίνει ότι οι καθαρές αποδοχές του Αρχιεπισκόπου θα διαμορφωθούν περίπου στα 2.800 ευρώ, ενώ για τους επισκόπους και τους βοηθούς επισκόπους το ποσοστό ορίζεται στο 70% των αποδοχών του Γενικού Γραμματέα, φτάνοντας τα 3.200 ευρώ μηνιαίως. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι με τη νέα ρύθμιση καταργούνται τα επιδόματα σπουδών που ίσχυαν έως τώρα, και ο τρόπος υπολογισμού γίνεται ενιαίος για όλες τις κατηγορίες των αρχιερέων.
Πολιτικές αντιδράσεις και η θέση της Εκκλησίας
Παρά τον σάλο που προκάλεσε η ρύθμιση στο διαδίκτυο, η πολιτική αντίδραση παραμένει σχετικά περιορισμένη. Από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, φωνή ύψωσαν κυρίως ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης από τη Νέα Αριστερά και ο Στέφανος Παραστατίδης από το ΠΑΣΟΚ, ενώ τα υπόλοιπα κόμματα δεν έχουν εκφράσει επίσημη θέση. Ωστόσο, η κοινωνική συζήτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει αναφτεί, με πολίτες να αμφισβητούν την αναγκαιότητα τέτοιων αυξήσεων σε μια περίοδο που η πλειονότητα των εργαζομένων αντιμετωπίζει ακόμη πίεση στο εισόδημά της. Εκκλησιαστικές πηγές, από την άλλη πλευρά, αντιμετωπίζουν τη ρύθμιση θετικά, μιλώντας για «εξορθολογισμό» που αποκαθιστά μια πολυετή αδικία και φέρνει τον ανώτερο κλήρο σε συμφωνία με ανάλογες κατηγορίες του δημόσιου τομέα.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η αλλαγή αφορά αποκλειστικά τον ανώτερο κλήρο — δηλαδή τον Αρχιεπίσκοπο, τους Μητροπολίτες και τους επισκόπους — και δεν επεκτείνεται στους απλούς ιερείς, οι οποίοι συνεχίζουν να αμείβονται με βάση το υφιστάμενο σύστημα. Η ρύθμιση βασίζεται στο άρθρο 56 του πολυνομοσχεδίου, το οποίο τροποποιεί το καθεστώς που είχε θεσπιστεί με το άρθρο 145 του νόμου 4472/2017. Η δημόσια διαβούλευση δίνει σε κάθε ενδιαφερόμενο πολίτη και φορέα τη δυνατότητα να εκφράσει άποψη πριν την ψήφιση του νομοσχεδίου — μια διαδικασία που στη συγκεκριμένη περίπτωση αναμένεται να συγκεντρώσει ιδιαίτερα υψηλό ενδιαφέρον λόγω του ευαίσθητου χαρακτήρα του θέματος.




