Η Χίος αποχαιρετά μια γυναίκα που έγινε σύμβολο ολόκληρου τόπου. Η Σμαράγδα Παπαστυλιανού, η τελευταία μόνιμη κάτοικος του ιστορικού οικισμού Αναβάτου, έφυγε από τη ζωή στις 10 Ιουνίου σε ηλικία 85 ετών, στο Σκυλίτσειο Νοσοκομείο της Χίου όπου νοσηλευόταν το τελευταίο διάστημα. Η κυρά Σμαράγδα, όπως ήταν γνωστή σε όσους επισκέπτονταν το βυζαντινό αυτό χωριό, αφήνει πίσω της μια σπάνια παρακαταθήκη αγάπης για τον τόπο της και για τη ζωή που επέλεξε να ζήσει.
Η γυναίκα που αρνήθηκε να φύγει
Η Σμαράγδα Παπαστυλιανού είχε ζήσει για χρόνια στον Πειραιά, όπου ασκούσε με επιτυχία το επάγγελμα της διακοσμήτριας. Πριν από περίπου 35 χρόνια, πήρε την απόφαση να επιστρέψει στον Ανάβατο, το χωριό του πατέρα της, και να το κάνει μόνιμο σπίτι της. Μόνη ανάμεσα στα πέτρινα σπίτια και τα στενά καλντερίμια, έγινε η ψυχή ενός τόπου που οι περισσότεροι είχαν αφήσει πίσω τους εδώ και δεκαετίες. Η επιλογή της ήταν συνειδητή και αμετάκλητη — αρνήθηκε να εγκαταλείψει έναν τόπο που για όλους τους άλλους ανήκε στο παρελθόν.
Η ζωή της στον Ανάβατο ήταν απόλυτα επιλεγμένη. Συντροφιά της ήταν 3.000 δίσκοι βινυλίου, κοντά 4.000 CD και οι σκύλοι της, ενώ η μουσική που γέμιζε τον μεσαιωνικό οικισμό ήταν τζαζ. Κατέβαινε στην πόλη μόνο μία φορά το μήνα για ψώνια, κρατώντας στο ελάχιστο την επαφή της με τον έξω κόσμο. Όταν τη ρωτούσαν γι’ αυτή τη μοναξιά, απαντούσε με αφοπλιστική απλότητα: «Γιατί, δεν βλέπεις και πολλούς ανθρώπους, οπότε μιλάς και σου μιλάνε λιγότερο. Κι όλα καλά».
Για τους επισκέπτες που ανέβαιναν στον Ανάβατο, η κυρά Σμαράγδα δεν ήταν απλώς μια ηλικιωμένη γυναίκα που ζούσε μόνη της. Ήταν το πρόσωπο που υποδεχόταν τον κόσμο, μιλούσε για την ιστορία του τόπου και κρατούσε ζωντανές τις μνήμες ενός χωριού που έχει συνδεθεί με μερικές από τις πιο συγκλονιστικές σελίδες της Χίου. Με τον χαρακτήρα της και την αδιαπραγμάτευτη αγάπη της για τον τόπο, κατάφερε να κάνει τον Ανάβατο γνωστό σε χιλιάδες επισκέπτες που αναζητούσαν την ιστορία και την αυθεντικότητα του νησιού.

Ο «Μυστράς του Αιγαίου» και η βαριά ιστορία του
Ο Ανάβατος βρίσκεται περίπου 16 χιλιόμετρα από την πόλη της Χίου και δεσπόζει στην κορυφή ενός βράχου σαν φυσικό φρούριο. Το μεσαιωνικό και βυζαντινό αυτό χωριό, γνωστό ως ο «Μυστράς του Αιγαίου», κουβαλά μια ιστορία που παραμένει ζωντανή στη συλλογική μνήμη. Εδώ γράφτηκαν σελίδες κατά την Επανάσταση του 1821 και τις Σφαγές της Χίου το 1822, ένα από τα πιο τραγικά γεγονότα της νεοελληνικής ιστορίας. Ο οικισμός υπήρξε τόπος θυσίας και αντίστασης, το τελευταίο προπύργιο της ελευθερίας, που έπεσε στα χέρια του κατακτητή ύστερα από προδοσία.
Πολλοί τον αποκαλούν «Ζάλογγο της Χίου», καθώς συνδέθηκε με δραματικά γεγονότα και πράξεις αυτοθυσίας. Τα μνημεία του παραμένουν εντυπωσιακά: ο Ταξιάρχης, ο επιβλητικός ναός που δεσπόζει από μακριά, και το λεγόμενο «Τριώροφο» — που αποτελείται από το λιοτρίβι, το παλιό διδακτήριο, τη δεξαμενή και την εκκλησία της Παναγίας — αποτελούν ζωντανά τεκμήρια μιας ένδοξης εποχής. Ο Ανάβατος ως οικισμός-μνημείο εκπλήσσει τον επισκέπτη με τα πυργωτά σπίτια, τις αψίδες, τα τόξα και τα σχεδόν κατακόρυφα καλντερίμια του, που δημιουργούν μια εικόνα μοναδική στο Αιγαίο.
Το τελευταίο αντίο στον Ανάβατο
Η εξόδιος ακολουθία της Σμαράγδας Παπαστυλιανού θα τελεστεί το Σάββατο 13 Ιουνίου στις 17:00, στην εκκλησία των Ταξιαρχών του Αναβάτου. Σύμφωνα με τις επιθυμίες της, θα ταφεί στον ίδιο τον οικισμό που αγάπησε και επέλεξε να κάνει σπίτι της για τα τελευταία 35 χρόνια της ζωής της. Η επιλογή αυτή δεν εκπλήσσει όσους τη γνώρισαν — η ίδια είχε αποφασίσει να μείνει στον Ανάβατο όσο ζούσε, και η τελευταία της επιθυμία ήταν να παραμείνει εκεί για πάντα.
Με τον θάνατο της Σμαράγδας Παπαστυλιανού κλείνει ένα μοναδικό κεφάλαιο για τη Χίο. Η γυναίκα που επέλεξε να μείνει όταν όλοι οι άλλοι έφυγαν, που κράτησε ζωντανό έναν ολόκληρο μεσαιωνικό οικισμό μόνο με την παρουσία της, αφήνει πίσω της κάτι που δύσκολα αντικαθίσταται. Ο Ανάβατος συνεχίζει να στέκεται στον βράχο του, αλλά από εδώ και πέρα είναι ένας τόπος χωρίς μόνιμο κάτοικο — ένα χωριό που θα αναπνέει μόνο μέσα από την ιστορία του και τη μνήμη εκείνων που το αγάπησαν. Η κυρά Σμαράγδα ήταν και τα δύο μαζί.




