Ξεκάθαρο μήνυμα προς τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη έστειλε από τις Βρυξέλλες ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Νίκος Ανδρουλάκης, απαιτώντας η καταδίκη της Τουρκίας για τη «Γαλάζια Πατρίδα» να αποτυπωθεί και στα επίσημα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, όχι μόνο στο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που εγκρίθηκε με πρωτοβουλία των Σοσιαλιστών.
Τι έγινε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε έκθεση-ράπισμα για την Τουρκία, που συντάχθηκε από τον Ισπανό ευρωβουλευτή Νάτσο Σάντσες Αμόρ των Σοσιαλιστών. Η έκθεση επισημαίνει ότι οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις έχουν «παγώσει από το 2018» λόγω της επιδείνωσης του κράτους δικαίου, ενώ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η διαδικασία ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ δεν μπορεί να επανακκινήσει υπό τις παρούσες συνθήκες». Η έκθεση επικρίνει ρητά την προώθηση του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» από την Άγκυρα και εκφράζει βαθιά ανησυχία για τη διατήρηση του casus belli κατά της Ελλάδας, το οποίο χαρακτηρίζει ασύμβατο μεταξύ συμμάχων. Παράλληλα, κατακρίνει τη συνεχιζόμενη παραβίαση της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων κρατών-μελών της ΕΕ, με ιδιαίτερη αναφορά στην Ελλάδα και την Κύπρο.
Ο Ανδρουλάκης χαρακτήρισε την καταδίκη από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο της υπερψήφισης στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση του νόμου που κωδικοποιεί τη «Γαλάζια Πατρίδα» ως «εθνική επιτυχία». Υπογράμμισε ότι η ψήφιση αυτού του νόμου «αποτελεί ευθεία βολή στα κυριαρχικά μας δικαιώματα και στο διεθνές δίκαιο». Η συγκεκριμένη καταδίκη επιτεύχθηκε ύστερα από πρωτοβουλία του ΠΑΣΟΚ και της Ομάδας των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και Δημοκρατών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, γεγονός που ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης επέλεξε να προβάλει με έμφαση.
Ωστόσο, δεν απείχαν όλες οι ελληνικές αντιπροσωπείες από αντιρρήσεις. Οι ευρωβουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ απείχαν στην τελική ψηφοφορία, εξηγώντας ότι η έκθεση, παρότι αναφέρεται στο casus belli και τις παραβιάσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων, «προτείνει την περαιτέρω εμβάθυνση των σχέσεων ΕΕ–Τουρκίας και την ενίσχυση της συνεργασίας σε στρατηγικούς τομείς». Η ευρωομάδα του ΣΥΡΙΖΑ εξέφρασε μάλιστα επιφυλάξεις για τις αναφορές σε στενότερη συνεργασία στους τομείς της ασφάλειας, της άμυνας και της αμυντικής βιομηχανίας, θεωρώντας ότι αυτή η κατεύθυνση «αντιστρατεύεται ευθέως τα ελληνικά και κυπριακά συμφέροντα».

Το αίτημα Ανδρουλάκη και η πρόκληση για τον Μητσοτάκη
Μιλώντας στο περιθώριο της προσυνόδου του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος στις Βρυξέλλες, ο Ανδρουλάκης διατύπωσε ξεκάθαρη πρόκληση προς τον πρωθυπουργό: «Αντί η κυβέρνηση να πανηγυρίζει για μια ομολογουμένως εθνική επιτυχία, καλό θα είναι ο πρωθυπουργός να πετύχει, στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που συμμετέχει, να υπάρχει ανάλογη απόφαση». Με άλλα λόγια, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ αναγνωρίζει μεν την αξία του κοινοβουλευτικού ψηφίσματος, πλην όμως θέτει τον πήχη ψηλότερα, αξιώνοντας την ενσωμάτωση ανάλογης αναφοράς στα δεσμευτικότερης βαρύτητας συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
Ο Ανδρουλάκης τόνισε επιπλέον ότι η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν μπορεί να λειτουργεί «α λα καρτ», αλλά οφείλει να εκφράζεται με συνέπεια και ισοτιμία απέναντι σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ. Η δήλωση αυτή αποτελεί σαφή υπενθύμιση ότι η Ελλάδα και η Κύπρος περιμένουν από τους εταίρους τους ουσιαστική στήριξη, και όχι απλώς συμβολικές χειρονομίες που δεν αποτυπώνονται στα επίσημα ευρωπαϊκά κείμενα. Παράλληλα, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης έθεσε και ζήτημα Ευρωπαϊκού Προϋπολογισμού, τονίζοντας ότι ο βασικός στόχος πρέπει να είναι η μείωση των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων.
Συγκεκριμένα, ο Ανδρουλάκης δήλωσε ότι δεν πρέπει να υπάρξουν περικοπές στα Ταμεία Συνοχής και στην Κοινή Αγροτική Πολιτική, δύο μέσα που θεωρεί κρίσιμα για χώρες όπως η Ελλάδα. Η τοποθέτηση αυτή ήρθε σε μια περίοδο συζητήσεων για τον επόμενο πολυετή δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ, όπου πιέσεις για αναθεώρηση των κονδυλίων προς τις λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες προκαλούν ανησυχία στις νότιες χώρες.
Τι ακολουθεί στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο
Το βάρος πλέον βρίσκεται στις ώμους του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος συμμετέχει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις Βρυξέλλες. Η ελληνική κυβέρνηση καλείται να μετατρέψει τη διπλωματική ώθηση του κοινοβουλευτικού ψηφίσματος σε δεσμευτική πολιτική θέση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, κάτι που απαιτεί ομοφωνία μεταξύ των 27 κρατών-μελών. Ο Ανδρουλάκης έθεσε το ζήτημα με σαφήνεια: η εθνική επιτυχία του κοινοβουλευτικού ψηφίσματος δεν αρκεί αν δεν ακολουθήσει αντίστοιχη κίνηση στο υψηλότερο επίπεδο ευρωπαϊκής λήψης αποφάσεων. Η πίεση από την αξιωματική αντιπολίτευση προσθέτει επιπλέον βαρύτητα στις διαπραγματεύσεις που διεξάγονται στις Βρυξέλλες, καθιστώντας το ζήτημα εθνική προτεραιότητα που υπερβαίνει τα κομματικά όρια.




