Η αμερικανική Γερουσία ενέκρινε την Τρίτη 23 Ιουνίου ψήφισμα που περιορίζει τη δυνατότητα του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να διεξάγει στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν χωρίς προηγούμενη έγκριση του Κογκρέσου, σε μια σπάνια διακομματική κίνηση που σηματοδοτεί ρήγμα στη στήριξη της κυβέρνησης. Το ψήφισμα πέρασε με 50 ψήφους υπέρ έναντι 48 κατά, παρά το γεγονός ότι οι Ρεπουμπλικανοί ελέγχουν τη Γερουσία. Η εξέλιξη έρχεται σε μια κρίσιμη συγκυρία, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται σε ενεργές διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη για την επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας.
Τι ψηφίστηκε στη Γερουσία
Το ψήφισμα προβλέπει ότι ο πρόεδρος οφείλει να αποσύρει τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις από εχθροπραξίες με ή κατά του Ιράν, εκτός εάν υπάρχει ρητή εξουσιοδότηση από το Κογκρέσο ή πρόκειται για την αντιμετώπιση επικείμενης επίθεσης κατά των Ηνωμένων Πολιτειών ή συμμάχου τους. Η πρωτοβουλία βασίζεται στις διατάξεις περί πολεμικών εξουσιών και είχε ήδη εγκριθεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων νωρίτερα τον ίδιο μήνα. Πρόκειται για την πρώτη φορά που η Γερουσία εγκρίνει τέτοιο ψήφισμα σχετικά με τη σύγκρουση με το Ιράν, η οποία ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου με τους αμερικανοϊσραηλινούς βομβαρδισμούς.

Τέσσερις Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές συντάχθηκαν με τους Δημοκρατικούς και ψήφισαν υπέρ: ο Ραντ Πολ από το Κεντάκι, η Σούζαν Κόλινς από το Μέιν, η Λίζα Μουρκόφσκι από την Αλάσκα και ο Μπιλ Κάσιντι από τη Λουιζιάνα. Αντίθετα, ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Τζον Φέτερμαν από την Πενσιλβάνια καταψήφισε το ψήφισμα. Απόντες από την ψηφοφορία ήταν ο Ρεπουμπλικανός ηγέτης της Γερουσίας Μιτς Μακόνελ, ο οποίος νοσηλεύεται, καθώς και ο γερουσιαστής Ντέιβ ΜακΚόρμικ.
Τυπικά, δυνάμει του Συντάγματος των ΗΠΑ, μόνο το Κογκρέσο έχει τη δικαιοδοσία να κηρύξει πόλεμο, όμως ο κανόνας αυτός καταστρατηγείται επί δεκαετίες. Η αμερικανική νομοθεσία επιτρέπει στον πρόεδρο να διατάσσει εχθροπραξίες σε εξαιρετικές περιπτώσεις, απαιτεί όμως ταυτόχρονα να ζητήσει και να λάβει έγκριση από το Κογκρέσο εντός 60 ημερών. Στις αρχές Μαΐου, ο Τραμπ αψήφησε την προθεσμία αυτή, επιχειρηματολογώντας ότι ο πόλεμος τερματίστηκε με την εκεχειρία.

Αντιδράσεις και πολιτικό πλαίσιο
Ο επικεφαλής της μειοψηφίας στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, εξαπέλυσε δριμεία επίθεση στην κυβερνητική πολιτική, χαρακτηρίζοντας τον πόλεμο «μία από τις χειρότερες επιλογές εξωτερικής πολιτικής στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών». Ο Σούμερ κατηγόρησε επίσης τον Τραμπ ότι αγνόησε τις ανησυχίες της κοινής γνώμης και οδήγησε τη χώρα σε μια δαπανηρή και αμφιλεγόμενη σύγκρουση. «Η συντριπτική πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών τάχθηκε επανειλημμένα με τον Τραμπ και τον πόλεμό του αντί με τον αμερικανικό λαό», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Από την πλευρά των Ρεπουμπλικανών, ο πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, Τζιμ Ρις, κάλεσε τους συναδέλφους του να καταψηφίσουν το ψήφισμα. Υποστήριξε ότι η έγκρισή του θα έστελνε λανθασμένο μήνυμα στην Τεχεράνη. «Αν περάσει, οι Ιρανοί θα σηκωθούν και θα αποχωρήσουν από τις διαπραγματεύσεις. Θα θεωρήσουν ότι όλα τελείωσαν», προειδοποίησε. Παράλληλα, η εκπρόσωπος του γερουσιαστή Τζον Μπαράσο υποβάθμισε τη σημασία της ψηφοφορίας, χαρακτηρίζοντάς την «καθαρά πολιτικό μήνυμα των Δημοκρατικών».

Η δημοτικότητα του Τραμπ δέχεται σφοδρές πιέσεις εξαιτίας της σύγκρουσης. Σύμφωνα με δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos που ολοκληρώθηκε τη Δευτέρα, το ποσοστό αποδοχής του υποχώρησε στο 34%, επιστρέφοντας στο χαμηλότερο επίπεδο της δεύτερης θητείας του. Μόλις το 23% των Αμερικανών πιστεύει ότι ο πόλεμος με το Ιράν άξιζε το κόστος του, ενώ το 35% εκτιμά ότι η αμερικανική θέση έναντι της Τεχεράνης έχει αποδυναμωθεί.
Τι ακολουθεί — το βέτο και οι διαπραγματεύσεις
Ο Ντόναλντ Τραμπ διατηρεί το δικαίωμα αρνησικυρίας και αναμένεται να ασκήσει βέτο στο ψήφισμα. Για να ξεπεραστεί το προεδρικό βέτο θα απαιτηθούν πλειοψηφίες δύο τρίτων και στα δύο σώματα του Κογκρέσου, κάτι που θεωρείται αριθμητικά αδύνατον με τη σημερινή σύνθεση της Βουλής και της Γερουσίας. Ωστόσο, η ψηφοφορία αποτελεί σαφές πολιτικό μήνυμα προς τον Λευκό Οίκο και αποτυπώνει τις εντεινόμενες επιφυλάξεις ακόμη και εντός του κυβερνώντος κόμματος.

Παράλληλα, η εξέλιξη στη Γερουσία συμπίπτει με αμφισβητούμενες δηλώσεις γύρω από τις διαπραγματεύσεις με το Ιράν. Ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι η Τεχεράνη έχει συμφωνήσει σε πλήρεις πυρηνικές επιθεωρήσεις επ’ αόριστον. Ωστόσο, ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπαγκάι, διέψευσε τους ισχυρισμούς αυτούς, δηλώνοντας ότι το Ιράν δεν έχει αναλάβει «καμία νέα δέσμευση». Στις 17 Ιουνίου, ο Τραμπ και ο Ιρανός πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν είχαν υπογράψει προκαταρκτική συμφωνία για την επαναλειτουργία των θαλάσσιων οδών πετρελαίου και τη χαλάρωση των οικονομικών πιέσεων, αν και η αμερικανική κοινή γνώμη παραμένει βαθιά διχασμένη για τα αποτελέσματα της σύγκρουσης.




